Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2011

Στα άδυτα του εγκεφάλου της συνείδησης & της σκέψης



Το ντοκιμαντέρ (2008) εξερευνά τις τελευταίες επιστημονικές ανακαλύψεις σχετικά με τον ανθρώπινο εγκέφαλο, τις πηγές της συνείδησης και τη διαδικασία της σκέψης.

Αναγνωρισμένοι επιστήμονες απαντούν σε ερωτήματα, όπως το πώς μαθαίνει ο εγκέφαλος, πώς χτίζει έννοιες, πώς επιδρά το περιβάλλον στον εγκέφαλο, πως συνδέεται το σώμα με τον εγκέφαλο, πώς οι νευροορμόνες επηρεάζουν την κοινωνική συμπεριφορά και προσαρμογή. Οι συνεντεύξεις εναλλάσσονται με απεικόνιση του εγκεφάλου και αρχειακό υλικό καθώς και με νέες συγκλονιστικές έρευνες για τις λειτουργίες του εγκεφάλου.
 
http://www.antifono.gr/

Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011

Ανδρουτσοπούλου, Α. (2005) Η αθώα γλώσσα των ονείρων μας. 2η Έκδοση, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.





Ο κόσμος του ονείρου είναι ένας κόσμος πλούσιος, όπου ερεθίσματα, τα οποία έχουμε συλλέξει συνειδητά ή και λιγότερο συνειδητά, διαπλέκονται και δημιουργούν ευφάνταστες ιστορίες, που συχνά μας αφήνουν άναυδους για την πρωτοτυπία τους. Οι ιστορίες αυτές αποτελούν δείγμα της ικανότητάς μας για εμπνευσμένη χρήση συνειρμών.



Στα όνειρα δεν υπάρχει κάποιο κρυμμένο νόημα. Η ονειρική ιστορία, όπως κάθε αυτοβιογραφική αφήγηση, αποτελεί μια προσπάθεια επεξεργασίας και νοηματοδότησης των εμπειριών μας, οι οποίες μας είναι άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο συνειδητές. Αυτή η συνεχής προσπάθεια νοηματοδότησης των εμπειριών, και τελικά της ίδιας μας της ζωής, είναι φανερή από την εξελικτική μορφή της ονειρικής αφήγησης, αλλά και από τις περιπτώσεις εκείνες που η εξέλιξη έχει ‘κολλήσει’, όπως στα επαναλαμβανόμενα όνειρα.



Η προσπάθεια μου να μεταφέρω τρόπους κατανόησης και αξιοποίησης της ‘αθώας’ γλώσσας των ονείρων ελπίζω να συμβάλει στη νοηματοδότηση και των δικών σας εμπειριών από την προσωπική ή την επαγγελματική ζωή, με τον ίδιο τρόπο που έχει βοηθήσει και συνεχίζει να βοηθά εμένα, συναδέλφους και θεραπευόμενούς μας



Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011

Μυστικά στην οικογένεια

Journal of Family Nursing


Family Secrets: An Illustrative Clinical case study guided by Bowen Family Systems Theory

Donna G. Knauth





Σύμφωνα με την θεωρία του Bowen η οικογένεια ορίζεται ως ο συνδυασμός ενός συστήματος συναισθημάτων κι ενός συστήματος σχέσεων. Το οικογενειακό περιβάλλον περιλαμβάνει την πυρηνική οικογένεια, την εκτεταμένη οικογένεια καθώς και τα ευρύτερα κοινωνικά συστήματα στα οποία εντάσσεται κάθε οικογένεια. Η θεωρία αυτή δίνει έμφαση στο πως τα μοτίβα σχέσεων μεταφέρονται μέσω των γενεών και στο πως αυτά επηρεάζουν την συμπεριφορά και την υγεία. Η υγεία των μελών μιας οικογένειας εξαρτάται από το βαθμό διαφοροποίησης που έχουν μεταξύ τους, γι αυτό και μακροπρόθεσμος στόχος της οικογενειακής θεραπείας είναι η αύξηση του βαθμού διαφοροποίησης των μελών και της λειτουργικότητας της κάθε οικογένειας.

Σε αυτό το άρθρο παρουσιάζονται 1)οι βασικές αρχές της θεωρίας του Bowen και 2) το πώς αυτές βρίσκουν εφαρμογή σε μια παρέμβαση σε οικογένεια όπου υπάρχουν οικογενειακά μυστικά. Μέσα από αυτή τη θεωρία μπορούμε να απαντήσουμε στο α) τι δημιουργεί την ανάγκη για μυστικά στο συναισθηματικό και σχεσιακό σύστημα της οικογένειας, β) ποιο ρόλο παίζει κάθε μέλος της οικογένειας στην δημιουργία και τήρηση των μυστικών, γ) τι μπορεί να γίνει σχετικά με το βαθμό διαφοροποίησης και χρόνιου άγχους στην οικογένεια.



1) βασική ιδέα στη θεωρία του Bowen είναι αυτή της διαφοροποίησης του εαυτού. Ως διαφοροποίηση εαυτού μπορεί να οριστεί ο βαθμός στον οποίο το άτομο μπορεί να ξεχωρίσει το συναισθηματικό του σύστημα από το διανοητικό του, η ικανότητα δηλαδή να κρατάει ξεχωριστά συναισθήματα από σκέψεις. Η διαφοροποίηση είναι ισοδύναμη της συναισθηματικής ωριμότητας του ατόμου και ορίζεται: από το βαθμό διαφοροποίησης των γονιών του, από τον τύπο της σχέσης που έχει μαζί τους και από τον τρόπο που διαχειρίζεται τις άλυτες συναισθηματικές προσκολλήσεις με τους γονείς, ως ενήλικος. Το διανοητικό σύστημα ορίζεται από την ικανότητα του ατόμου να ελέγχει συνειδητά τις αντιδράσεις του. Ο βαθμός των άλυτων συναισθηματικών προσκολλήσεων με τους γονείς τείνει να είναι ίδιος με το βαθμό χρόνιου άγχους μέσα στην οικογένεια. Σε μια καλά διαφοροποιημένη οικογένεια τα μέλη παραμένουν συνδεδεμένα μεταξύ τους και παράλληλα μπορούν να ορίζουν τον εαυτό τους. Η επικοινωνία είναι πιο ανοικτή και υπεύθυνη μεταξύ τους και η δυνατότητα επιρροής του άγχους στη δημιουργία συμπτωμάτων περιορισμένη. Η διαφοροποίηση δεν σημαίνει αποδυνάμωση των οικογενειακών σχέσεων αλλά μάλλον ενδυνάμωσή τους.







Λειτουργία των μυστικών σε μια οικογένεια






Ως οικογενειακό μυστικό μπορεί να οριστεί κάθε πληροφορία η οποία αφορά άμεσα ένα μέλος της οικογένειας αλλά είτε αποκρύπτεται από εκείνον, είτε παραποιείται. Τα οικογενειακά μυστικά λαμβάνουν χώρα στο συναισθηματικό σύστημα κάθε οικογένειας. Ο στόχος της απόκρυψης είναι η πεποίθηση ότι έτσι προστατεύεται η οικογένεια από πιθανή αύξηση του άγχους. Αντιθέτως, η ύπαρξη μυστικών είναι ενδεικτικό της χαμηλής διαφοροποίησης των μελών της οικογένειας αλλά και ενός υψηλού ποσοστού άγχους μέσα σ’ αυτήν. Επίσης, είναι ένας από τους βασικούς μηχανισμούς τριγωνοποίησης που αποσκοπεί στην εξισορρόπηση των σχέσεων αλλά μακροπρόθεσμα αυξάνει τις εντάσεις και το χρόνιο άγχος της οικογένειας. Σύμφωνα με τον Bowen, το αυξημένο χρόνιο άγχος στην οικογένεια συνδέεται με τη δημιουργία συμπτωμάτων στη φυσιολογία των μελών, στο συναισθηματικό και κοινωνικό επίπεδο. Το βασικό πρόβλημα δεν είναι το μυστικό καθεαυτό αλλά ο τρόπος που σχετίζονται τα μέλη της οικογένειας και γι αυτό πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, στο σχεδιασμό των παρεμβάσεων, οι συναισθηματικές και σχεσιακές διαδικασίες στην οικογένεια που εξηγούν την ύπαρξη των μυστικών.




Μελέτη περιστατικού.



Το αίτημα για βοήθεια από την κυρία Τ. (38 χρονών, μικρότερη από 3 αδέλφια) είχε να κάνει με την απόσταση και τις συγκρούσεις στο γάμο της, το πένθος για μια πρόσφατη αποβολή και την πρόσφατη διάγνωση ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας του 9χρονου γιου της. Επίσης αναφέρθηκε σε κρίσεις πανικού που βίωνε στο παρελθόν ως αποτέλεσμα της σεξουαλικής κακοποίησης που είχε υποστεί ως παιδί. Με παρεμβάσεις που βασίστηκαν στη θεωρία του Bowen, φάνηκε ότι ο χαμηλός βαθμός διαφοροποίησης από τη μητέρα της ασκούσε τεράστια επιρροή στο γάμο της και στη σχέση της με τα παιδιά της. Επίσης, φάνηκε ο κοινός τρόπος που σχετίζονται οι γυναίκες στην οικογένεια καταγωγής της, με τους άντρες. Όχι μόνο παραμένουν ανικανοποίητες από τους συζύγους τους, αλλά έχουν επίσης και μια πολύ αρνητική εικόνα για τους αδελφούς και τους γιους τους. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο η κυρία Τ. κατανόησε ότι η προβληματική συμπεριφορά του γιου της ήταν η ανταπόκρισή του στο αυξημένο δικό της άγχος. Η κυρία Τ. έδρασε έτσι ώστε να διαφοροποιηθεί μέσα στην οικογένεια της αλλά και από τη μητέρα της παράλληλα με την προσέγγιση που έκανε προς τον πατέρα της. Με ένα πιο ανοιχτό σύστημα σχέσεων και επικοινωνίας με την ευρύτερη οικογένεια μειώνεται άμεσα το επίπεδο του άγχους. Μ’ αυτόν τον τρόπο μπόρεσε να επικεντρωθεί στη λειτουργία της πυρηνικής της οικογένειας και της δικής της συμπεριφοράς μέσα σ’ αυτήν.

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας η κυρία Τ. αναφέρθηκε στην σεξουαλική κακοποίηση που βίωσε πάνω από μια φορά, από στενό φίλο της οικογένειας, στην ηλικία των 11 χρονών. Η μητέρα της μείωσε τη σημασία των περιστατικών και έτσι κρατήθηκαν και μυστικά από τον πατέρα της κυρίας Τ. Η ίδια η μητέρα της κυρίας Τ. είχε βιαστεί από τον αδελφό της, κάτι για το οποίο δεν είχε μιλήσει σε κανέναν. Μετά και από το δεύτερο περιστατικό κακοποίησης η κυρία Τ. είχε την πρώτη κρίση πανικού, οι οποίες επανήλθαν όταν εκείνη άρχισε να βγαίνει ραντεβού και συνεχίστηκαν και με τον άντρα της κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής τους δραστηριότητας.

Ο βαθμός της διαφοροποίησης και του χρόνιου άγχους στην πατρική οικογένεια της κυρίας Τ. οδήγησαν στη δημιουργία του μυστικού. Η απόσταση στη σχέση μεταξύ των γονιών δεν επέτρεπαν στην μητέρα να μιλήσει στον πατέρα για την σεξουαλική κακοποίηση της κόρης τους. Επιπλέον υπήρχε ο φόβος ότι αυτή η πληροφορία θα αύξανε το άγχος και τη σύγκρουση μέσα στην οικογένεια. Ακόμα, η προσωπική εμπειρία κακοποίησης της μητέρας (η οποία επίσης παρέμεινε μυστική) την έκανε ιδιαίτερα συναισθηματικά ευαίσθητη ως προς το βίωμα της κόρης της. Αυτή η αντίδραση και υποβόσκουσα ένταση πέρασε τόσο στην κυρία Τ. όσο και στην επόμενη γενιά.

Παρόλο που η τήρηση του μυστικού αποσκοπούσε στη ρύθμιση του άγχους μέσα στην οικογένεια άρα και την προστασία της, τα αποτελέσματα μέσα στο χρόνο είναι τα ακόλουθα: - η κυρία Τ. εμφάνισε κρίσεις πανικού, είναι υπέρβαρη, έχει προβλήματα στο γάμο της και με τα παιδιά της. – η αδελφή της έχει διαγνωστεί με ψυχαναγκαστική διαταραχή. – ο αδελφός της κάνει χρήση ναρκωτικών από την εφηβεία. – ο πατέρας της και παππούς της είχαν ιστορικό κατάθλιψης και – η μητέρα της πέθανε 69 χρονών από λευχαιμία.



Η τήρηση ενός μυστικού στηρίζεται απ’ όλη την οικογένεια δίνοντας την ευκαιρία στους εαυτούς τους να χειρίζονται τους άλλους αλλά και τους ίδιους, χωρίς να κάνουν τις απαραίτητες διαφοροποιήσεις και αλλαγές, διατηρώντας το status quo της οικογένειας.

Με την αρχική αποκάλυψη της λειτουργίας των τριγώνων στην οικογένεια καταγωγής της αλλά και στην προηγούμενη γενιά, η κυρία Τ. είδε πως αυτά επαναλαμβάνονται και στη δική της πυρηνική οικογένεια. Αποκτώντας ενημερότητα για το πώς λειτουργούσε η πατρική της οικογένεια αλλά και τι εξυπηρετούσε το μυστικό μπόρεσε να είναι πιο αντικειμενική και ουδέτερη, να ελέγχει τις αντιδράσεις της και ν’ αλλάξει η προοπτική της ως προς το πρόβλημα. Πιθανόν, αναδιοργανώθηκε το κύκλωμα του εγκεφάλου της, επιτρέποντάς της να δει το πρόβλημα διαφορετικά απ’ ό,τι όταν ήταν παιδί. Με το να διαφοροποιηθεί από την οικογένεια καταγωγής της, άλλαξε και τον τρόπο που σχετιζόταν με τα μέλη της δικής της οικογένειας, κάνοντας τις σχέσεις της με αυτούς τους άντρες πιο ικανοποιητικές για εκείνη, που μπορεί πλέον να υπερασπιστεί τον εαυτό της και ο,τι είναι σημαντικό για εκείνη. Τέλος, άρχισε να ελέγχει το βάρος της και προσπαθεί να μειώσει το άγχος της αναπτύσσοντας διαπροσωπικές σχέσεις με μέλη από την εκτεταμένη οικογένεια.





Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2011

Η αυτοκτονία του πατέρα ως μορφή κακοποίησης προς τα παιδιά

Clinical Child Psychology and Psychiatry.


B. Wright & I. Partridge: “Parental suicide as child abuse”



Στο άρθρο αυτό επιχειρείται η θεώρηση της αυτοκτονίας του πατέρα, ως μορφή κακοποίησης προς τα παιδιά και ο εμπλουτισμός των θεραπευτικών τεχνικών, παράλληλα με τα μοντέλα που βασίζονται στην αντιμετώπιση της απώλειας και του τραύματος.

Παιδιά που βιώνουν βίαιους θανάτους μπορεί να έχουν μετατραυματικό στρες και κάποια, ακόμα και αίσθημα ευθύνης για τον θάνατο. Αυτές οι συνέπειες γίνονται εμφανείς στην ανάπτυξη και συναισθηματική υγεία του παιδιού. Το ερώτημα που γεννάται είναι εάν μπορούν να αντιμετωπιστούν θεραπευτικά ως κακοποιημένα, πέρα από παιδιά που βιώνουν τραύμα και απώλεια. Σημαντικό ρόλο σε αυτό, φαίνεται να παίζουν οι συνθήκες της αυτοκτονίας και η ύπαρξη ή απουσία πρόθεσης του αυτόχειρα γονιού να βλάψει συναισθηματικά το παιδί. Οι συγγραφείς είναι επιφυλακτικοί ως προς τις διαφορές που υπάρχουν όταν πρόκειται για μητέρα αυτόχειρα λόγω των διαφορετικών δυναμικών που αναπτύσσονται στη σχέση της με τα παιδιά. Ακολουθούν δύο περιπτώσεις οικογενειών όπου ο πατέρας αυτοκτόνησε.



1η περίπτωση

Ο James ήταν 11 χρονών και η Marie 9 όταν ο πατέρας τους αυτοκτόνησε. Ο πατέρας είχε χρόνιο πρόβλημα αλκοολισμού, ζήλευε παθολογικά την γυναίκα του και συχνά την κατηγορούσε ότι είχε σεξουαλικές σχέσεις με άλλους άντρες. Ήταν επιθετικός απέναντί της, τόσο σωματικά όσο και λεκτικά ενώ στα παιδιά όχι άμεσα. Όταν η μητέρα ξεκίνησε να εργάζεται τα συμπτώματα αυτά έγιναν πιο έντονα και η ζωή της μητέρας δυσκολότερη. Όταν επιπλέον, εκείνη ανακάλυψε ότι ο άντρας της στο πρόσφατο παρελθόν είχε σχέση με μια φίλη της, αποφάσισε να χωρίσει από εκείνον. Αδυνατούσε να του το ανακοινώσει κατά πρόσωπο κι έτσι έφυγε για Σαββατοκύριακο μαζί με τα παιδιά, αφήνοντάς του ένα γράμμα. Όταν γύρισε τον βρήκε κρεμασμένο από τη σκάλα, σε κοινή θέα από την μπροστινή πόρτα του σπιτιού. Η μητέρα ένιωθε ότι η επιλογή του σημείου ήταν σκόπιμη ώστε να τον αντικρίσουν πρώτα τα παιδιά. Παρόλα αυτά, πρώτος ο γείτονας βρήκε το πτώμα και όχι τα παιδιά. Η μητέρα τους προκειμένου να τα προστατέψει προτίμησε να τους πει ότι ο πατέρας τους υπέστη καρδιακή προσβολή.

Ο βασικός θεραπευτικός στόχος ήταν να διευκολυνθεί η μητέρα να πει στα παιδιά την αλήθεια. Η δουλειά αυτή έγινε κυρίως με την μητέρα αλλά και με οικογενειακές συναντήσεις. Τα παιδιά εντάχθηκαν σε ομάδα ομηλίκων με θέμα το πένθος, παράλληλα με την ένταξη της μητέρας τους σε ομάδα. Στην αρχή της ομάδας η μητέρα ανέφερε ότι ο James 2 φορές που είχε πιεστεί, έλεγε ότι ήθελε να πεθάνει βάζοντας τα χέρια του γύρω από το λαιμό του. Αυτό αντιμετωπίστηκε όταν η μητέρα ξέφυγε από την συμπεριφορά καθεαυτή και ασχολήθηκε με το περιεχόμενο. Τα παιδιά εξελίχθηκαν καλά, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα στο σπίτι ή στο σχολείο.







2η περίπτωση

Ο David ήταν 9 και ο αδερφός του Keith 6 χρονών όταν ο πατέρας τους αυτοκτόνησε. Εκείνη την ημέρα η μητέρα τους έλειπε από το σπίτι όπου βρισκόταν ο πατέρας με τα παιδιά. Ο πατέρας βγήκε με το πρόσχημα να καπνίσει και όταν τα παιδιά τον αναζήτησαν, τον βρήκαν κρεμασμένο στο γκαράζ. Η πρώτη αντίδραση του Keith ήταν άρνηση να μιλήσει γι αυτό, ενώ του David υπερβολικός θυμός.

Έτσι και στις πρώτες συνεδρίες, ο David ήταν πολύ θυμωμένος και γεμάτος απορία για την αυτοκτονία. Ήταν πολύ δεμένος με τον πατέρα του (η μητέρα του ανησυχούσε ότι ταυτιζόταν υπερβολικά μαζί του) και είχε αποφασίσει να μείνει μαζί του μετά το προγραμματισμένο διαζύγιο των γονιών του. Ο Keith ήταν πιο δεμένος με την μητέρα του και πιο απόμακρος. Η μητέρα πάλι ήταν πολύ θυμωμένη με τον αυτόχειρα κι έτσι αποφασίστηκε να της δοθεί η ευκαιρία (μέσω ατομικών συναντήσεων) να εκφράσει τα συναισθήματά της. Εκεί, έγινε πιο εμφανής η δυσαρμονία και η επιθετικότητα μέσα στην οικογένεια, καθώς και τα οικονομικά τους προβλήματα. Ο πατέρας είχε χάσει τη δουλειά του και είχε επινοήσει μια φανταστική ιστορία ότι έπασχε από καρκίνο.

Οι ενοχές και η ανησυχία της μητέρας να ξανακερδίσει την τρυφερότητα του μεγάλου της γιου, την εμπόδιζαν να εκφραστεί αυθεντικά για τον νεκρό. Σε μια οικογενειακή συνάντηση, τα παιδιά κλήθηκαν να μιλήσουν για το συμβάν της αυτοκτονίας και εκεί ανοίχτηκαν όλοι περισσότερο. Ο πρότερα σιωπηλός, Keith αφηγήθηκε με λεπτομέρειες το γεγονός ενώ ο πρότερα θυμωμένος αδερφός του εξέφρασε τη βαθιά του θλίψη κλαίγοντας και χτυπώντας το πρόσωπό του. Σε αυτή την συνεδρία αναγνωρίστηκαν και ονοματίστηκαν τόσο τα δυσάρεστα συναισθήματα όσο και οι ανάγκες της οικογένειας. Όλοι συνέχισαν σε ομαδική θεραπεία και τώρα πλέον μιλάνε ανοιχτά μεταξύ τους για τον πατέρα.







Κάποιες παράμετροι που αξίζουν ιδιαίτερης προσοχής, είναι οι ακόλουθοι:


q Οι απόπειρες αυτοκτονίες γίνονται πιο συχνά από γονείς που κακοποιούν ή παραμελούν τα παιδιά τους.


q Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στον αυτόχειρα γονιό που προσπαθεί με κάποιο τρόπο να προστατεύσει το παιδί του από την πράξη του και σε αυτόν που δεν το κάνει συνειδητά ή ασυνείδητα, παρόλα αυτά, και στις δύο περιπτώσεις το παιδί βιώνει κάτι εξαιρετικά τραυματικό και κακοποιητικό.


q Η πράξη της αυτοκτονίας έρχεται σε αντίφαση με την έμπρακτη αναγνώριση και κάλυψη των αναγκών των παιδιών. Εκθέτει το παιδί σε μια καταστροφή.


q Η επάρκεια του γονιού που μένει με την οικογένεια, παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην διαχείριση του άγχους, της κατάθλιψης, του θυμού, της επιθετικότητας και της απόσυρσης από τα παιδιά.


q Είναι εξίσου σημαντικό να αναγνωρίζονται τόσο οι θετικές όσο και οι αρνητικές μνήμες και συναισθήματα που συνδέονται με τον αυτόχειρα γονιό.


q Ο θεραπευτικός σχεδιασμός για παιδιά που έχουν ζήσει την αυτοκτονία του γονιού τους, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη θέματα που αφορούν τόσο το πένθος όσο και την κακοποίηση. Κακοί χειρισμοί μπορούν να συμβάλουν σε απόσυρση, αντικοινωνική συμπεριφορά, άγχος και κατάθλιψη.


q Η απόκρυψη του γεγονότος της αυτοκτονίας μπορεί να είναι μια ακόμα μορφή κακοποίησης εφόσον το παιδί μπορεί να το μάθει ανά πάσα στιγμή από άλλη πηγή.


q Η ενοχή για την αδυναμία πρόληψης της αυτοκτονίας αλλά και της καλυτέρευσης της σχέσης είναι πολύ έντονη. Από τη σκοπιά της κακοποίησης όμως, μπορεί να υπάρχει έντονος θυμός προς τον γονιό που δεν προστάτευσε το παιδί από τον κακοποιητικό – αυτόχειρα γονιό.


q Ο συνδυασμός της ταύτισης με τον κακοποιητικό γονιό και τα ισχυρά συναισθήματα της θλίψης και της ενοχής μπορεί να έχουν τραγικές συνέπειες και γι αυτό τα παιδιά χρειάζονται χώρο να εκφράσουν και να νομιμοποιήσουν όλα τους τα συναισθήματα.


q Μέσα στη θεραπευτική διαδικασία δίνεται η ευκαιρία στα παιδιά να «απαντήσουν» με κάποιο τρόπο στον αυτόχειρα γονιό, ο οποίος με την πράξη του, είχε και την τελευταία λέξη, δυσκολεύοντας τη διαδικασία του πένθους.









Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011

Καταγράφοντας την επαφή με τον Θεό

Ο νευροεπιστήμονας Αντριου Νιούμπεργκ μάς εξηγεί γιατί πιστεύουμε και πώς ο εγκέφαλός μας κατασκευάζει «πραγματικότητες»


Τελικά, υπάρχει λύση στα προβλήματά μας! «Για να διατηρήσετε το πνεύμα σας ανοιχτό και να νιώσετε απόλυτα εναρμονισμένοι με τους γύρω σας», γράφει ο διακεκριμένος νευροεπιστήμονας Αντριου Νιούμπεργκ, «το μόνο που απαιτείται σε νευρολογικό επίπεδο είναι η συνειδητή μείωση της δραστηριότητας στους δύο μετωπιαίους και στους δύο βρεγματικούς λοβούς, καθώς και η αναστολή της στεφανιαίας δραστηριότητας του εγκεφάλου, η οποία σχετίζεται με τον θυμό και τον φόβο». Το πράγμα, δηλαδή, ακούγεται σχετικά απλό!

Ο Αντριου Νιούμπεργκ είναι αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Ραδιολογίας και Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια και λέκτορας στο τμήμα Θεολογίας, έγραψε δε –σε συνεργασία με τον Μαρκ Ρόμπερτ Γουόλντμαν, θεραπευτή και επιστημονικό συνεργάτη στο Κέντρο Πνευματικότητας και Νου του ίδιου πανεπιστημίου– το εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο «Γιατί πιστεύουμε: Πώς η επιστήμη του εγκεφάλου εξηγεί την ανάγκη μας για τον Θεό», το οποίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αβγό. Και αντικείμενό του δεν είναι μόνον η θρησκευτική πίστη, αλλά το πώς συγκροτούνται οι πεποιθήσεις μας μέσα από τη λειτουργία του ανθρώπινου εγκεφάλου. Και φυσικά, κάπου εδώ εγείρεται η πρώτη απορία μας, την οποία απευθύναμε στον διακεκριμένο ερευνητή: Μήπως η «μέτρηση» της θρησκευτικότητας και η ερμηνεία της, από την οπτική της νευρολογίας, οδηγήσει σε εκ νέου αποδόμηση της θρησκείας, η οποία θα συμπαρασύρει και το ηθικό αξιολογικό μας σύστημα; Ή για να το θέσουμε αλλιώς: είναι η επιστήμη σε θέση να κατασκευάσει μια νέα ηθική στη θέση εκείνης που θα καταβαραθρωθεί, αν αποδειχθεί ότι η θρησκευτική πίστη είναι ένα παιχνίδι που απλώς συμβαίνει στον εγκέφαλό μας; «Η επιστήμη συνέβαλε στην αποδυνάμωση κάθε ηθικού συστήματος που βασιζόταν στη θρησκεία», απαντά ο καθηγητής. «Πολλοί στρέφονται στην επιστήμη επειδή νομίζουν ότι παρέχει μια πιο αντικειμενική και λογική προσέγγιση του κόσμου, επομένως και ένα πιο λογικό και αντικειμενικό σύστημα ηθικών αξιών. Παρ’ όλα αυτά, διατηρώ κάποιες επιφυλάξεις για το αν η επιστήμη παρέχει όντως κάποιο ηθικό σύστημα αξιών. Στην ουσία, αποτελεί ένα εργαλείο μελέτης του κόσμου και ο ρόλος της δεν είναι να κρίνει τι είναι σωστό και τι λάθος. Στην ιδανική της μορφή, η επιστήμη θα έπρεπε να αξιολογεί αν μια ιδέα λειτουργεί σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η εν λόγω ιδέα είναι και ηθικά σωστή».



Στο βιβλίο του ο καθηγητής Νιούμπεργκ υποστηρίζει, χρησιμοποιώντας εκλαϊκευμένη γλώσσα, ότι η αρχιτεκτονική του μυαλού μας είναι τέτοια που «εκ φύσεως» κατασκευάζουμε και πρεσβεύουμε πνευματικές αντιλήψεις. Και η κάθε λογής θρησκευτικότητα είναι η παλαιότερη και πιο κοινή έκφανσή τους. «Δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να πιστεύουμε» και η πίστη μας συνδέεται πρακτικά με την ηθικότητα, οι λειτουργίες της οποίας εδράζονται στους μετωπιαίους λοβούς του εγκεφάλου. Ομως, παραδέχεται ότι τελικά αυτό που βιώνουμε ως ηθικό σύστημα αποτελεί συνδυασμό διδαγμένων πιστεύω, νευρολογικής ανάπτυξης και ομαδικής συναίνεσης. Η λειτουργία της πίστης δηλαδή μπορεί μόνο εν μέρει να αποκρυπτογραφηθεί από τη νευροεπιστήμη. Αλλωστε, όπως αναφέρει στη συνομιλία που είχαμε μαζί του: «Ενα άλλο ζήτημα είναι ότι οι επιστήμονες συνήθως αντιμετωπίζουν κι αυτοί τα ηθικά διλήμματα που στοιχειώνουν κάθε απλό άνθρωπο. Συχνά είναι μικροπρεπείς, ανταγωνιστικοί κι εκδικητικοί. Η καλύτερη προσέγγιση είναι να βρούμε τρόπους να συνδυάσουμε ό, τι καλύτερο έχει να προσφέρει η επιστήμη με ό, τι καλύτερο προσφέρουν οι θρησκευτικές και πνευματικές παραδόσεις».



Η προσευχή του άθεου



Πώς όμως του ήρθε να αναζητήσει τον Θεό; «Δεν θα έλεγα ότι προσπαθώ να προσεγγίσω τον Θεό! Παρ’ όλα αυτά, η έννοια του θείου, της θρησκείας και της πνευματικότητας αγγίζει βαθιά όλα τα ανθρώπινα όντα. Κάθε πολιτισμός, από την εποχή του Νεάντερταλ έως τους Ελληνες φιλοσόφους και τον σύγχρονο άνθρωπο, έχει αναρωτηθεί “γιατί είμαστε εδώ;” “Ποιο είναι το νόημα της ζωής μας;” Είναι φυσικό να καταφεύγουμε σε όλες τις δυνατές προσεγγίσεις, συμπεριλαμβανομένης και της επιστημονικής».



Ο καθηγητής Νιούμπεργκ, λοιπόν, απεικόνισε, χρησιμοποιώντας τομογραφία απλού φωτονίου (SPECT), την εγκεφαλική λειτουργία βουδιστών μοναχών πριν και μετά τον διαλογισμό, την προσευχή μιας ομάδας Φραγκισκανών μοναχών, Πεντηκοστιανές γυναίκες σε φάση «πολυγλωσσίας», ακόμα κι έναν δηλωμένο άθεο (ο οποίος πίστευε στις δυνατότητες του εγκεφάλου) που συνήθιζε να αυτοσυγκεντρώνεται χρησιμοποιώντας ασκήσεις αναπνοής. Σε όλους κατέγραψε αυξημένη δραστηριότητα στον προμετωπιαίο φλοιό και μείωση στους βρεγματικούς λοβούς, όπου βρίσκεται το «κέντρο προσανατολισμού» του εγκεφάλου. Συνέβαινε δηλαδή κάτι παρόμοιο με αυτό που στη νευροεπιστήμη ονομάζουν «απώλεια προσαγωγών αισθητικών ερεθισμάτων». Είτε την κατάσταση αυτή την ονομάσουμε σύνδεση με το θείο είτε νευρική παραίσθηση, το σίγουρο είναι πως η πολύχρονη «προπόνηση» του εγκεφάλου μας σε ένα τέτοιο φαινόμενο δημιουργεί μια νέα δομή ενώ, γενικά, συνοδεύεται από αύξηση του επιπέδου σεροτονίνης, η οποία δρα σαν φυσικό αγχολυτικό.



Ο εγκέφαλος έχει την προδιάθεση να απορρίπτει κάθε πιστεύω που έρχεται σε αντίθεση με την ήδη δομημένη κοσμοθεωρία του, γράφει στο βιβλίο του ο δρ Νιούμπεργκ. Ομως, ο άνθρωπος έχει τη βιολογική δύναμη να επιβάλλεται στα καταστροφικά πιστεύω του και να παράγει νέες ιδέες, οι οποίες άλλωστε είναι σε θέση να αλλοιώνουν το νευρικό δίκτυο. Τελικά, είναι οι νευροεπιστήμονες οι φιλόσοφοι της μεταμοντέρνας εποχής; «Είναι δύσκολο να μελετήσεις τον εγκέφαλο», απαντά, «χωρίς να επηρεάζεσαι από το ποιος είσαι, πώς βλέπεις τον κόσμο και το πώς αντιλαμβάνεσαι τη φύση της πραγματικότητας. Γι’ αυτό πολλοί νευροεπιστήμονες επηρεάζονται από τις φιλοσοφικές ιδέες. Στην ουσία όμως, όλες οι επιστήμες έχουν κάτι να προσφέρουν στα μεγάλα ερωτήματα». Τα μεγάλα ερωτήματα! Ποιο είναι το δικό σας υπέρτατο ερώτημα, κύριε καθηγητά; «Για μένα το υπέρτατο ερώτημα είναι το εξής: Πώς ξέρουμε τι είναι αλήθεια; Από εκεί πηγάζουν όλα τα υπόλοιπα»! Και φυσικά, δεν θα μπορούσε να μην τεθεί και το ερώτημα των ορίων της ερμηνείας της ανθρώπινης συμπεριφοράς από μια τέτοια οπτική. Ποια είναι δηλαδή η επόμενη πρόκληση για τον δρα Νιούμπεργκ; «Θα συνεχίσω να εξερευνώ τις διαφορετικές μορφές θρησκευτικών και πνευματικών πρακτικών και εμπειριών. Σκοπός μου είναι να δημιουργήσω έναν πλήρη χάρτη του γονιδιώματος της θρησκείας (religionomes), ανάλογο με το σύνολο των χρωμοσωμάτων του ανθρώπου. Ετσι θα είχα την ευκαιρία να κατηγοριοποιήσω και να αξιολογήσω τις θρησκευτικές παραδόσεις με βάση τα δεδομένα του τομέα μου, χωρίς να εξαιρέσω, βέβαια, τις φιλοσοφικές απόψεις που υπάρχουν».



Ο ζωντανός τρισδιάστατος κόσμος που αντιλαμβανόμαστε (μέσω των αισθήσεων) είναι στην πραγματικότητα φτιαγμένος από νευροχημικές και νευροηλεκτρικές διεγέρσεις, οι οποίες χρησιμοποιούν τον «έξω κόσμο» για να κατασκευάσουν μια εικόνα μέσα στο ανθρώπινο μυαλό. Αυτή είναι η βασική αρχή της επιστήμης του εγκεφάλου και αντικείμενό της το πώς εφάπτονται όλα αυτά στον εγκέφαλο. Εκεί όπου όλα είναι έννοιες – κάτι τέτοιο είναι και ο Θεός… Τελικά, δρ Νιούμπεργκ, είστε πιστός – κι αν ναι, σε τι; «Πιστεύω ότι το σύμπαν (άσχετα με το αν περιλαμβάνει τον Θεό ή όχι) θα μας αποκαλυφθεί αν είμαστε προσεκτικοί και επίμονοι όταν το εξερευνούμε. Η παρατήρησή μας, όμως, θα πρέπει είναι πολύμορφη: επιστημονική, φιλοσοφική, πνευματική»!


Του Γιαννη Κολοβου
http://www.kathimerini.gr/

Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2011

Η συναισθηματική νοημοσύνη κορυφώνεται μετά τα 60

Η ικανότητα των ανθρώπων να συναισθάνονται και να καταλαβαίνουν την ψυχική κατάσταση των άλλων, κορυφώνεται μετά την ηλικία των 60, σύμφωνα με μια δύο νέες αμερικανικές επιστημονικές έρευνες, που διαπίστωσαν ότι οι μεγαλύτερες γενιές έχουν μεγαλύτερη «συναισθηματική νοημοσύνη» σε σχέση με τις νεότερες.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή ψυχολογίας Ρόμπερτ Λέβενσον του πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας-Μπέρκλεϊ, που δημοσίευσαν τη σχετική μελέτη στο περιοδικό «Psychology and Aging», σύμφωνα με τη βρετανική «Τέλεγκραφ», συμπέραναν ότι οι ηλικιωμένοι είναι καλύτεροι στο να βλέπουν τη θετική πλευρά των πραγμάτων, ακόμα και των αρνητικών καταστάσεων, ενώ όσο γερνάνε και πλησιάζει το τέλος της ζωής τους, αναπτύσσουν μεγαλύτερη ικανότητα να νοιάζονται για τους γύρω τους.
«Όλο και περισσότερο, φαίνεται πως το νόημα στην ύστερη φάση της ζωής επικεντρώνεται στις κοινωνικές σχέσεις και στη φροντίδα προς και από τους άλλους», δήλωσε ο Λέβενσον. «Η εξέλιξη φαίνεται πως έχει προσαρμόσει τα νευρικά μας συστήματα, καθώς γερνάμε, με τρόπους που είναι οι πιο κατάλληλοι για αυτές τις διαπροσωπικές και συμπονετικές δραστηριότητες», πρόσθεσε.

Οι επιστήμονες μελέτησαν με ποιο τρόπο διάφορες ομάδες ενηλίκων σε διαφορετικές ηλικίες (μετά τα 20, τα 40 και τα 60 τους) αντιδρούσαν σε μια σειρά από αποσπάσματα κινηματογραφικών ταινιών (λυπητερά, αηδιαστικά, ουδέτερα κ.α.). Αποδείχτηκε ότι ήταν ευκολότερο στους ηλικιωμένους να βλέπουν με θετικό μάτι τις αρνητικές σκηνές, αξιοποιώντας έτσι τις εμπειρίες και τα «μαθήματα» που είχαν αποκομίσει από την προηγούμενη ζωή τους.
Αντίθετα, οι νεότεροι (άνω των 20 και άνω των 40 ετών) ήσαν ικανότεροι να νιώθουν λιγότερη ενσυναίσθηση και να αποσπούν την προσοχή τους (να «αποσυντονίζονται") σε σχέση με όσα αρνητικά έβλεπαν. Αυτή η ψυχική «απόσπαση» και αποστασιοποίηση βασίζεται σε εγκεφαλικές λειτουργίες (μνήμη, σχεδιασμός, έλεγχος ορμών), που εξασθενούν με το πέρασμα του χρόνου.
Σε μια παρόμοια μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό γνωσιακής νευροεπιστήμης «Social Cognitive and Affective Neuroscience», ερευνητές από το ίδιο αμερικανικό πανεπιστήμιο, υπό τον δρα Μπένζαμιν Σάιντερ, χρησιμοποίησαν παρεμφερείς μεθόδους για να μελετήσουν την ευαισθησία στη λύπη ανθρώπων διαφορετικών ηλικιών. Συνολικά 222 υγιείς εθελοντές, χωρισμένοι επίσης σε τρεις ηλικιακές ομάδες (άνω των 20, 40 και 60 ετών), κλήθηκαν να παρακολουθήσουν συναισθηματικά φορτισμένα αποσπάσματα κινηματογραφικών ταινιών, ενώ ηλεκτρόδια συνδεμένα στον εγκέφαλό τους κατέγραφαν τις αντιδράσεις τους.

Οι γηραιότεροι έδειξαν να αισθάνονται γενικά μεγαλύτερη λύπη σε σχέση με τους νεότερους. Όπως δήλωσε ο Σάιντερ, όσο περνάνε τα χρόνια, οι άνθρωποι βλέπουν τα πράγματα με άλλα μάτια και εστιάζουν περισσότερο στις στενές διαπροσωπικές σχέσεις. Γίνονται, έτσι, πιο ευαισθητοποιημένοι στη λύπη και μπορούν να συναισθανθούν και να μοιραστούν καλύτερα τα προβλήματα των άλλων.
Όπως τόνισε ο Λέβενσον, αντίθετα με τη διαδεδομένη αντίληψη, η αυξημένη ευαισθητοποίηση των ηλικιωμένων δεν αυξάνει τον κίνδυνο για κατάθλιψη, αλλά μάλλον αποτελεί σημάδι μεγαλύτερης ψυχικής υγείας, καθώς οι άνθρωποι, που έχουν νιώσει διάφορες απώλειες στην προσωπική ζωή τους, είναι πιο ικανοί στη συνέχεια να συναισθανθούν τους άλλους και να τους προσφέρουν ανακούφιση.



www.kathimerini.gr με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ

Έμφραγμα μπορεί να προκαλέσει η ανασφάλεια

Οι άνθρωποι που είναι ανασφαλείς στις σχέσεις τους και φοβούνται την απόρριψη από τους άλλους, αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο να πάθουν έμφραγμα, εγκεφαλικό και γενικότερα να εμφανίσουν καρδιοαγγειακά προβλήματα, σύμφωνα με νέα καναδική επιστημονική έρευνα.
Οι ερευνητές του πανεπιστημίου «Ακάντια» της Νόβα Σκότια, σε έρευνα που παρουσίασαν στο περιοδικό “Health Psychology” (Ψυχολογία Υγείας) του Αμερικανικού Ψυχολογικού Συλλόγου, αναφέρουν ότι ανέλυσαν τις περιπτώσεις 5.645 ατόμων ηλικίας 18 έως 60 ετών, συνδέοντας τις χρόνιες παθήσεις τους με το βαθμό ανασφάλειας και φοβίας τους.
Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι όσοι αισθάνονται πιο ασφαλείς ψυχικά (νιώθουν άνετα με τους γύρω τους και δεν διστάζουν να τους πλησιάσουν), έχουν μικρότερες πιθανότητες να εμφανίσουν καρδιαγγειακά προβλήματα. Αντίθετα, όσοι είναι ανασφαλείς (έχουν φοβίες και αμφιβολίες για τους άλλους, αποφεύγουν να τους πλησιάσουν και να τους «ανοιχτούν"), αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο για έμφραγμα, εγκεφαλικό, καθώς επίσης για αρθρίτιδα, πονοκεφάλους και άλλους χρόνιους πόνους.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι ανασφαλείς άνθρωποι είναι πιο αγχωμένοι και αυτό τους οδηγεί συχνά να καπνίζουν και να πίνουν περισσότερο, με συνέπεια να προσθέτουν νέους παράγοντες κινδύνου για την υγεία τους. Επίσης, οι ανασφαλείς άνθρωποι αποφεύγουν περισσότερο τις επισκέψεις σε γιατρούς, δίνουν λιγότερη σημασία στις συμβουλές τους και, γενικότερα, αλλάζουν πιο δύσκολα το στιλ ζωής τους.

http://www.kathimerini.gr/ με πληροφορίες ΑΠΕ-ΜΠΕ