Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανάπτυξη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανάπτυξη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2010

Οικογένεια, η σύγχρονη οδύσσεια

Robin Skynner and John Cleese, Οικογένεια, η σύγχρονη οδύσσεια.


Εκδ. Κέδρος, 1989


Συγγραφείς του βιβλίου είναι ο Ρ. Σκίνερ, οικογενειακός θεραπευτής με ψυχοδυναμικό θεωρητικό υπόβαθρο και συγγραφέας, πρωτοπόρος στην ομαδική και οικογενειακή θεραπεία και ο Τζ. Κλιζ, μια πολυδιάστατη προσωπικότητα που διέπρεψε ως κωμικός ηθοποιός και σεναριογράφος.

Ο Κλιζ υπήρξε θεραπευόμενος του Σκίνερ, όταν ο πρώτος ξεκίνησε ομαδική ψυχοθεραπεία με αφορμή τα επαναλαμβανόμενα ψυχοσωματικά συμπτώματα που παρουσίαζε. Λόγω αυτής της σχέσης το βιβλίο έχει ένα παραπάνω ενδιαφέρον, αν και σε πολλά σημεία οι ρόλοι εναλλάσσονται προσφέροντας μια πολύ αυθεντική συνομιλία για θέματα που αφορούν στη λειτουργία και λειτουργικότητα των οικογενειών.
Με άλλα λόγια, ανάλογα με την καρέκλα στην οποία πρωτοκάθισαν, μοιάζει να λένε τα ίδια πράγματα.

Το βιβλίο ξεκινάει με την αμφισβήτησης της ελευθερίας του ατόμου ως προς την επιλογή συντρόφου και η βαθιά έλξη που νοιώθουν οι άνθρωποι, που ζευγαρώνουν, νοηματοδοτείται από την ψυχολογική ομοιότητα που έχουν λόγω οικογενειακού υπόβαθρου. .

Σύμφωνα με τον Χένρι Ντικς, οι γάμοι γίνονται για τρεις λόγους, κοινωνικούς, προσωπικούς ή λόγω ασύνειδων έλξεων. Αυτές οι τελευταίες «ενεργοποιούνται» με κάποια σινιάλα που εκπέμπει ο καθένας μας. Τα σινιάλα μεταδίδονται από τη γλώσσα του σώματος, και από τις καθ’ έξιν συγκινήσεις που προέρχονται από τα συνηθισμένα μας συναισθήματα. Κάθε οικογενειακός κώδικας επιβάλει το μοίρασμα ίδιων οικείων συναισθηματικών καταστάσεων. Έτσι, άνθρωποι με παρόμοιους οικογενειακούς κώδικες έχουν μια συγγένεια πριν καν παντρευτούν και γι αυτό και παντρεύονται.

Αυτό βέβαια μπορεί να σημαίνει ότι παρουσιάζουν και παρόμοιες δυσκολίες στην ίδια φάση ανάπτυξης. Σε κάθε φάση ανάπτυξης το άτομο καλείται να πάρει κάποια μαθήματα, όπως είναι η παροχή και απολαβή φροντίδας, η αυτοπειθαρχία, το μοίρασμα και η διεκδικητικότητα, η επικοινωνία με το άλλο φύλο και η απόκτηση ανεξαρτησίας από τους γονείς.

Εάν σε κάποια από τις φάσεις ανάπτυξης το άτομο δεν εξελιχθεί επαρκώς, τότε καλείται να το αναπληρώσει αργότερα υποκαθιστώντας αυτό το μάθημα με μια άλλη εμπειρία. Η δυσλειτουργία ξεκινάει όταν το άτομο αρνείται την έλλειψή του, λόγω ντροπής κυρίως για την αποτυχία αυτή, και έτσι δεν αναζητάει την υποκατάστατη εμπειρία που θα προωθήσει την εξέλιξή του. Η φρουδική έννοια της απώθησης λόγω τραύματος, μοιάζει στον Σκίνερ με χολυγουντιανό σενάριο και ο ίδιος πρεσβεύει ότι η διαδικασία είναι πολύ πιο αργή και βαθμιαία και επαναλαμβανόμενη. Το τελευταίο ταιριάζει πολύ με τις θεωρίες για τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα συμπεριφοράς και σχετίζεσθαι που εγκαθιδρύουν τα συναισθήματα και τα κληροδοτούν και στις επόμενες γενιές.

Στις περιπτώσεις ζευγαριών που έχουν «χάσει» τα ίδια στάδια ανάπτυξης είναι και ίδια τα συναισθήματα που κουκουλώνονται και κρύβονται πίσω από το παραπέτασμα. Αναπόφευκτα όμως, το παραπέτασμα κάποια στιγμή σηκώνεται. Σε περιπτώσεις κούρασης, αρρώστιας ή μέθης το συναίσθημα ξεφεύγει με διάφορες «απρεπείς» μορφές και δρα ανεξέλεγκτα, εφόσον δεν βρισκόμαστε σε επαφή μαζί του.

Η προσπάθεια να κρατηθούν τα συναισθήματα κρυφά απαιτεί ενέργεια που κάνει το άτομο επιφυλακτικό και επιρρεπές σε ψυχοσωματικές ασθένειες. Όλα τα συναισθήματα επιτελούν μια χρήσιμη λειτουργία για την ισορροπία του ατόμου η οποία διαταράσσεται όταν κάποιο ή κάποια απ’ αυτά μένουν κρυμμένα. Το αποτέλεσμα που έχει αυτό είναι να ξεσπάνε πολλές φορές ανεξέλεγκτα με καταστροφικές συνέπειες για το άτομο που αδυνατεί να τα αξιοποιήσει προς όφελός του.

Μια βασική διαφορά του Σκίνερ με τη φροϋδική θεωρία είναι ότι για το Φρόιντ η απώθηση είναι μια ασυνείδητη διαδικασία ενώ για τον Σκίνερ, είναι μια ενεργή και σκόπιμη διαδικασία που συντονίζεται και συντηρείται απ’ όλη την οικογένεια. Το ερώτημα για μένα, είναι πόσο εύκολα αλλάζει αυτό σε μια οικογένεια όταν είναι ο μόνος τρόπος που ξέρει και μάλιστα το χρησιμοποιεί για την προστασία της, έχει δηλαδή καλό σκοπό.

Μια εκλαϊκευτική εξήγηση των συγγραφέων για την έλξη μεταξύ των συντρόφων είναι η εξής. Οι άνθρωποι που ζευγαρώνουν έχουν χάσει το ίδιο στάδιο στην ανάπτυξή τους, αντιμετωπίζουν τις ίδιες δυσκολίες στη διαχείριση των συναισθημάτων τους, χρησιμοποιούν το ίδιο παραπέτασμα για να τα καλύψουν ενώ παράλληλα κοινά συναισθήματα και συμπεριφορές έχουν στην πρόσοψή τους. Επίσης, αποδοκιμάζουν τα ίδια συναισθήματα που αποτελούν ταμπού, γιατί έτσι έχουν μάθει να κάνουν.

Παρόλα αυτά όμως, έχουν τόσο ενδιαφέρον όσο και τρόμο για το τι κρύβουν άρα και για το τι κρύβει ο σύντροφός τους. Η ανάγκη αγάπης στην οικογένεια και η ανάγκη για προσωπική ολοκλήρωση δημιουργούν την ελπίδα ότι μέσω του συντρόφου θα επανακτηθούν τα χαμένα κομμάτια του εαυτού. Κριτήριο για την πορεία της σχέσης τους αποτελεί η ετοιμότητά τους να κοιτάξουν πίσω από το παραπέτασμα. Αυτό θα ορίσει και τον τύπο του γάμου που θα έχουν.

Οι τύποι γάμων που περιγράφονται είναι α) οι ευτυχισμένοι γάμοι, υπάρχει ανοχή για ό,τι κρύβει το παραπέτασμα, τα άτομα είναι πιο ελεύθερα και ανοιχτά στην ωρίμανση, την ανάπτυξη και την αλλαγή. β) οι συγκρουσιακοί, όπου υπάρχουν πολλά απωθημένα και αδυναμία παραδοχής ότι δεν πάει καλά κάτι. Μη ανοχή στην κριτική, ευθιξία και ένας φαύλος κύκλος μίσους – πικρίας, ενδέχεται και η σωματική βία. Χαρακτηριστικός γάμος τέτοιου τύπου περιγράφεται στο θεατρικό «ποιος φοβάται την Β. Γουλφ». Η θεραπευτική παρέμβαση σε τέτοια ζευγάρια είναι συνήθως μικρής εμβέλειας γιατί η προοπτική της αποκάλυψης φαντάζει οδυνηρή οπότε και θα διακόψουν εάν πιεστούν. Γ) μέση κατηγορία γάμων, όπου βοηθάει ο ένας τον άλλον να κρύβεται. Παρέχει ασφάλεια αλλά και βάλτωμα στη σχέση. Η δυσκολία προκύπτει όταν ο ένας εκ των δύο εκφράσει τη δυσαρέσκειά του και ανατρέψει την επισφαλή ισορροπία. Παράδειγμα τέτοιου γάμου είναι στο «κουκλόσπιτο» του Ίψεν. Η θεραπευτική παρέμβαση σε αυτήν την περίπτωση, μπορεί να βοηθήσει ώστε να καθησυχαστεί το ζευγάρι για την φυσιολογικότητα του συμβολαίου τους, να συνειδητοποιήσει τις ανάγκες του και να αναδείξει τις αντίθετες πλευρές του και τους τρόπους κάλυψης των αναγκών και των δύο πλευρών.

Υγιέστεροι θεωρούνται οι γάμοι όπου εκφράζονται ανοιχτά όλα τα συναισθήματα και είναι πρόθυμοι για αλλαγή.
Η αποτύπωση του κόσμου όπως τον ξέρει και ορίζει η κάθε οικογένεια, μπορεί να καταγραφεί σ’ ένα συμβολικό χάρτη. Η διαδικασία αλλαγής από ένα χάρτη σε ένα άλλο προϋποθέτει προσαρμογή, απαιτεί ενέργεια και δημιουργεί άγχος. Για την καλύτερη διαχείριση της αλλαγής, ο καθένας χρειάζεται α) προστασία από τις καθημερινές απαιτήσεις ώστε να ηρεμεί, β) πληροφορίες που καθησυχάζουν την αγωνία και γ) συναισθηματική υποστήριξη.

Η πρώτη αλλαγή στην ζωή του ενήλικου ατόμου έρχεται με τον γάμο αλλά η μεγαλύτερη και πλέον απαιτητική, με την γέννηση του πρώτου παιδιού. Η αλλαγή αυτή απαιτεί τεράστια προσαρμογή καθώς οι ισορροπίες αλλάζουν άρδην και το μωρό απαιτεί όλη την αγάπη των γονιών τους, εξαντλώντας εύκολα τα αποθέματα. Στο καλό σενάριο, η φροντίδα της μητέρας απευθύνεται στο μωρό, του πατέρα στην μητέρα και οι φίλοι της οικογένειας φροντίζουν τον πατέρα. Το κυρίαρχο συναίσθημα του πατέρα είναι της παραμέλησης και της μητέρας του διχασμού.

Ο Γκάτμαν περιγράφει αυτήν την περίοδο ως συναγερμό των γονιών και τη γέννηση ως επιστράτευση. Μεταξύ άλλων, η γέννηση του παιδιού καλεί το ανδρόγυνο να αναλάβει και τους αντίστοιχους ρόλους του άντρα και της γυναίκας. Κάτι που μάλλον σε επίπεδο στερεοτύπων αλλά και πρακτικής είναι πλέον πολύ ρευστό.

Η αλλαγή βιώνεται και από την πλευρά του μωρού βεβαίως, το οποίο είναι απόλυτα εξαρτημένο από την μητέρα που μπορεί να του προσφέρει την ηρεμία ώστε να ανακτήσει την ισορροπία του, όταν αυτό ταράζεται. Ο τρόπος που έχει η μητέρα να προσφέρει αυτά στο παιδί της είναι η επαφή με τα δικά της βρεφικά και νηπιακά συναισθήματα ώστε να συντονιστεί μαζί του και να μπορεί να ανταποκρίνεται σε αυτό.

Έτσι το παιδί θα μπορέσει ν’ αποκτήσει αυτοπεποίθηση και να εξερευνήσει τον κόσμο. Να χαράξει το δικό του χάρτη, το περίγραμμα του εαυτού του. Το παιδί αρχίζει από αυτό που δεν είναι για ν’ ανακαλύψει ότι ο υπόλοιπος κόσμος είναι η μαμά του. Το μόνο που ξέρει είναι ότι όλα έχουν σχέση μαζί του. Δεν ξεχωρίζει τα εσωτερικά από τα εξωτερικά μηνύματα. Η μαμά είναι η δική του προέκταση. Σταδιακά, και όταν η μαμά δεν κάνει εκείνο που της ζητάει, ανακαλύπτει και χαράζει τα όρια του εαυτού του και του περιβάλλοντός του. Μοιραία η μάνα δεν ανταποκρίνεται πάντα και αυτό φέρνει μια ισορροπία μεταξύ της απογοήτευσης από την πραγματικότητα και της συναισθηματικής συμπαράστασης. Αυτό θυμίζει την έννοια της αρκετά καλής μαμάς του Γουίνικοτ.

Το πρώτο πλήγμα για το βρέφος έρχεται όταν ανακαλύψει ότι δεν είναι παντοδύναμο. Αυτό είναι όμως που θα το οδηγήσει στο να αναλάβει την ευθύνη του εαυτού του. Η μητέρα μπορεί να το βοηθήσει σε αυτό, απαλύνοντάς του το άγχος και με το να γίνει ο καθρέφτης του μωρού.

Όταν η μητέρα δεν μπορεί να ανταποκριθεί γιατί η αναδρομή στο παρελθόν την πληγώνει, δεν μπορεί να ταυτιστεί συναισθηματικά με το παιδί και να εδραιώσει σχέση μαζί του. Η έλλειψη συντονισμού μεταξύ μητέρας και παιδιού οδηγεί σε ένα φαύλο κύκλο απογοήτευσης. (αυτό παρουσιάζεται γλαφυρά στο βιβλίο του Κράμερ, «επάγγελμα μωρό»).

Σε αυτήν την περίπτωση, ακολουθείται η αντίστροφη διαδικασία και το μωρό προσαρμόζεται στη συναισθηματική κατάσταση της μητέρας του. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σ’ ένα πρόωρο μεγάλωμα του παιδιού (κι ότι αυτό μπορεί να σημαίνει, χαρακτηριστικός ο ρόλος του «γονεικού παιδιού») ή εάν δεν τα καταφέρει, σε απογοήτευση η οποία σε ακραίες μορφές το οδηγεί μέχρι και στην άρνηση της ύπαρξης του εαυτού του και των άλλων.

Στην καλή εκδοχή, που ο συντονισμός στις ανάγκες του μωρού επιτελείται από τη μητέρα, το παιδί με ανεπτυγμένη αυτοπεποίθηση, μαθαίνει τον εαυτό του και το περιβάλλον του και μ’ ένα δικό του πλέον χάρτη, μπορεί να χωριστεί από την μητέρα (5-6 μηνών). Αλλιώς, τα όρια παραμένουν ακαθόριστα κι αυτό αν μη τι άλλο είναι τρομακτικό για το παιδί. Η ασάφεια των ορίων στο παιδί προϋποθέτει ασάφεια των ορίων και στη μητέρα ή στον πατέρα ή και στους δύο. Η θεραπευτική παρέμβαση σε τέτοιες περιπτώσεις επιβάλει τη σαφή χάραξη ορίων με το παράδειγμα του θεραπευτή, της θεραπευτικής σχέσης αλλά και με συμπαράσταση, όπως κάνει μια επαρκής μητέρα.

Κατά το δεύτερο εξάμηνο ανάπτυξης του παιδιού, η μητέρα γίνεται αντιληπτή ως σύνολο και στο πρόσωπό της μπορούν να ενταχθούν τόσο τα καλά όσο και τα κακά χαρακτηριστικά, συναισθήματα και συμπεριφορές.

Σε αυτήν την περίοδο, θα περάσει τα στάδια χωρισμού ξεκινώντας από τη διαμαρτυρία, στην απελπισία και τελικά στην αποξένωση. Η τελική ανεξαρτησία του μωρού θα του προσφέρει τα εφόδια ώστε να μπορέσει να φροντίσει τον εαυτό του σαν μητέρα. Η αρκετά καλή μητέρα ξέρει πότε να σταματήσει να ανταποκρίνεται απόλυτα στο μωρό και παράλληλα να φροντίζει και τον εαυτό της. Μια στερημένη μητέρα δυσκολεύεται ν’ αφήσει το μωρό της λόγω ενοχών και λόγω μοναδικής τροφοδότησης από εκείνο. Σε αυτήν την περίοδο χρειάζεται πηγές συμπαράστασης και τροφοδότησης έξω από αυτήν τη σχέση.

Η στάση τη μητέρας ως προς τη ζωή μπορεί να καθορίσει και την αντίστοιχη στάση του παιδιού. Το θαρραλέο παιδί έχει μια μητέρα που αναγνωρίζει και ικανοποιεί τις ανάγκες της ενώ το κλειστό και καταθλιπτικό παιδί υπονοεί μια στερημένη μάνα που αδυνατεί να ικανοποιήσει τον εαυτό της και προσηλώνεται στον άλλον.

Έχει ενδιαφέρον ο διαχωρισμός που κάνει ο Σκίνερ μεταξύ θλίψης και κατάθλιψης. Η θλίψη αναγνωρίζεται ως ένα υγιές συναίσθημα ενώ η κατάθλιψη αποσκοπεί στην αποφυγή βίωσης του συναισθήματος της θλίψης και την ανάληψη της προσωπικής ευθύνης. Η θεραπευτική παρέμβαση σε τέτοιες περιπτώσεις συνίσταται στην επαφή της οικογένειας με το συναίσθημα της θλίψης.

Επίσης ενδιαφέρον έχει ο ρόλος του πατέρα, ο οποίος σύμφωνα με τον Σκινερ και όχι μόνο, βγαίνει ενεργά στο προσκήνιο μετά τον πρώτο χρόνο ζωής του παιδιού. Ο πατέρας οφείλει να διεκδικήσει την σύζυγό του και να βοηθήσει στον αποχωρισμό μητέρα – παιδιού και παράλληλα να βοηθήσει το παιδί να εξερευνήσει τον κόσμο. Χρειάζεται να γίνει η γέφυρα για το παιδί, μεταξύ μητέρας και κόσμου. Η βασική συμμαχία σε υγιείς οικογένειες είναι μεταξύ των γονιών και όχι τριγωνοποιώντας τα παιδιά.

Ξεχωριστό κεφάλαιο αφιερώνεται στην διαμόρφωση της σεξουαλικής ταυτότητας του ατόμου, παράλληλα με το ρόλο που παίζει η σεξουαλική δραστηριότητα των γονιών στο ζευγάρι και στην οικογένεια. Χαρακτηριστικά αναφέρει ότι το σεξ προκαλεί αμηχανία στους γονείς πρώτον γιατί αποτελεί έναν εμφανή αποκλεισμό από την ιδιαίτερη σχέση των γονιών, δεύτερον γιατί το παιδί απομακρύνεται (κυρίως από την μητέρα) χάρη κάποιου άλλου (συνήθως του πατέρα) και τρίτον γιατί υπάρχουν φυσιολογικά σεξουαλικά συναισθήματα μεταξύ γονιών και παιδιών, τα οποία στις ακραίες τους μορφές οδηγούν από την απόλυτη παγερότητα έως την αιμομιξία.

Τα ορόσημα στην ψυχοσεξουαλική ανάπτυξη του ατόμου είναι τα εξής:

- μέχρι 2.5 χρονών, εδραίωση σεξουαλικής ταυτότητας,
- 3-6, ρομαντική προσκόλληση,
- 6-12 λανθάνουσα περίοδος,
  12- … εφηβεία.

Μέσα από το βιβλίο..

"- Η θεραπεία χρειάζεται χρόνο γιατί η βελτίωση σε κάνει να νοιώθεις άσχημα.


- Θα μου φαινόταν πολύ περίεργο αν ένας άνθρωπος, πραγματικά υγιής, ενδιαφερόταν ν’ αναλάβει μια τέτοια δουλειά.


- Μπήκα στο επάγγελμά μου για να βοηθήσω όχι μόνο τους άλλους μα και τον εαυτό μου...και μπορεί... να μου το έβαλε ως αποστολή η οικογένειά μου, να σώσω κι αυτήν.


- Οφείλουμε ν’ αφήσουμε τους γονείς μας, δηλαδή να μην τους τριγυρίζουμε περιμένοντας να μας δώσουν κάτι ακόμα.


- Όλα τα προβλήματα που μας προκαλούν τους περισσότερους πονοκεφάλους, βρίσκονται στην φαντασία μας.


-  Πραγματική επιτυχία στην θεραπεία: ξεκινάει ο θεραπευόμενος να ενδιαφέρεται για το σκοπό και το νόημα της ζωής."

Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2009

Στάδια εξέλιξης του παιδιού και ο ρόλος των γονέων.

Πηγή: Βασιλική Παπαδιώτη – Αθανασίου (2000)



Πρώτο στάδιο: Εμπιστοσύνη ή δυσπιστία (1ο έτος)


- Η διαμόρφωση του εαυτού.

Το παιδί όταν έρχεται στον κόσμο, είναι μια αδιαφοροποίητη οντότητα. Δεν έχει επίγνωση του εαυτού του ούτε των άλλων ως ξεχωριστών ατόμων. Από αυτό τον αρχικά χαοτικό κόσμο το παιδί θα διαμορφώσει την ύπαρξη του εαυτού του ως ξεχωριστής οντότητας με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, αλλά και την ύπαρξη των άλλων ως ξεχωριστών ατόμων, θα οριοθετήσει δηλαδή τον εαυτό του και τους άλλους. Στη διαδικασία αυτής της διαφοροποίησης βασικό ρόλο θα διαδραματίσει η σχέση του παιδιού με το πρόσωπο εκείνο με το οποίο αναπτύσσει στενή επαφή. Στις δικές μας κοινωνίες αυτό το άτομο είναι κυρίως η μητέρα.



Το παιδί κατά τον πρώτο χρόνο διαμορφώνει ένα βασικό αίσθημα είτε εμπιστοσύνης είτε δυσπιστίας για τον εαυτό του και τους άλλους. Όταν ικανοποιούνται οι ανάγκες του – οι βιολογικές αλλά κυρίως οι ψυχολογικές – το παιδί διαμορφώνει θετική στάση προς τον εαυτό του και τους άλλους γύρω του.

Η διεργασία με την οποία το παιδί, μέσα από τη σχέση του με τη μητέρα, αποκτά εμπιστοσύνη ή δυσπιστία λειτουργεί με τον ακόλουθο τρόπο:

Όταν οι ανάγκες του παιδιού ικανοποιούνται, τότε αυτό εισπράττει το μήνυμα «με αγαπούν», «με θέλουν», άρα «αξίζω να αγαπηθώ» και, επομένως, «είμαι καλός και αγαπητός». Το μήνυμα αγάπης και αποδοχής που δίνει η μητέρα η οποία έχει αναπτύξει μια καλή σχέση με το παιδί γενικεύεται και στο ευρύτερο περιβάλλον. Έτσι, ένα παιδί το οποίο έχει καλή διαπροσωπική σχέση με τη μητέρα του, γενικεύοντας τη στάση της και στα άλλα πρόσωπα γύρω του, θεωρεί τον κόσμο θετικό και φιλικό. Στην αντίθετη περίπτωση αντιμετωπίζει τον κόσμο με καχυποψία. Η στάση αυτή – εμπιστοσύνη ή δυσπιστία – είναι επομένως βασική και για το «άνοιγμα» που θα κάνει το παιδί προς τον έξω κόσμο.

Η ανταπόκριση της μητέρας στις ανάγκες του παιδιού, η παροχή προσοχής και η στενή επικοινωνία, όταν το παιδί δίνει «σήματα» ότι το έχει ανάγκη, θεωρείται σημαντικός παράγοντας για την ποιότητα της πρωταρχικής σχέσης.

Ένα άλλο βασικό στοιχείο για τη διαμόρφωση της ποιότητας της αρχικής σχέσης αποτελεί η βίωση από το παιδί καταστάσεων ματαίωσης. Ματαιώσεις βιώνει το βρέφος σε διάφορες καταστάσεις, όπως είναι η καθυστέρηση της ικανοποίησης των βιολογικών του αναγκών (διατροφή, άλλαγμα) και ο απογαλακτισμός, ή σε εμπειρίες γενικά που προκαλούν πόνο και απογοήτευση. (π.χ. το πιπίλισμα αντικειμένων που είναι πικρά ή σκληρά).

Βιώνοντας τέτοιες ματαιώσεις το παιδί φτάνει σε ένα στάδιο ανεξαρτησίας, στους έξι περίπου μήνες της ζωής του, και γίνεται δραστήριο σε σχέση με τον έξω κόσμο, άψυχο και έμψυχο. Υγιής ανάπτυξη στο πρώτο στάδιο επιτυγχάνεται όταν υπάρχει ισορροπία μεταξύ των εμπειριών εμπιστοσύνης και των εμπειριών δυσπιστίας. Η ισορροπία αυτή εξασφαλίζεται όταν η συμπεριφορά των σημαντικών προσώπων – η μητέρα στο πρώτο στάδιο – δεν είναι ούτε πολύ δοτική ούτε πολύ απορριπτική. Μέσω της αντίθεσης «ικανοποίηση-ματαίωση» ή «ευχαρίστηση-πόνος», το βρέφος θα αρχίσει να διαφοροποιεί τις διάφορες εμπειρίες, να προσαρμόζεται αντίστοιχα και έτσι να αποκτά συνείδηση της πραγματικότητας.



Ρόλοι γονέων στο πρώτο στάδιο

Η ενότητα του ζευγαριού, η οποία μέχρι τη στιγμή της γέννησης του πρώτου παιδιού, είναι το βασικό σύστημα, διασπάται. Μετά τη γέννηση του παιδιού η μητέρα αποτελεί μια ενότητα με αυτό. Η μητέρα κατά τους πρώτους μήνες διαμορφώνει μια διαφορετική σχέση με το παιδί σε σύγκριση με τον πατέρα. Ο κύριος ρόλος του πατέρα στο διάστημα αυτό δεν είναι άμεσος σε σχέση με την οριοθέτηση της συμπεριφοράς του παιδιού. Καλείται όμως να στηρίξει τη μητέρα στο νέο ρόλο της στενής συναλλαγής και της κάλυψης των αναγκών του παιδιού και να την αποσπάσει σταδιακά από τη στενή αυτή σχέση ώστε να αποφευχθεί η υπερπροστασία του παιδιού. Όταν ο πατέρας δεν συμμετέχει οι συνέπειες είναι οι ακόλουθες: (α) Η μητέρα αισθάνεται αβοήθητη και αδικημένη από τον σύντροφό της σε ό,τι αφορά μια απόφαση που είχαν πάρει από κοινού. Το συναίσθημα αυτό μπορεί να την οδηγήσει να αναπτύξει μη ικανοποιητική σχέση με το παιδί. (β) Η μη συμμετοχή του πατέρα στη βασική σχέση μητέρας-παιδιού μπορεί να καθηλώσει τη μητέρα στη συμβιωτική σχέση με το παιδί για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από αυτό που απαιτείται. Είναι ιδιαίτερα σημαντικός ο ρόλος του πατέρα στο διάστημα αυτό ως ερέθισμα που θα επαναφέρει τη μητέρα στην αρχική σχέση μαζί του.



Δεύτερο στάδιο: Αυτονομία ή ντροπή και αμφιβολία (2-3 ετών)

Με την άσκηση στην τουαλέτα το παιδί αρχίζει να δοκιμάζει την αυτονομία του. Η κινητική και νοητική ωρίμανση στο παιδί των δύο ετών του επιτρέπει να δοκιμάζει και άλλες κατακτήσεις. Αναπτύσσει την ικανότητα για χειρισμό των αντικειμένων, κινείται καλύτερα στο χώρο, έρχεται σε επαφή με νέες καταστάσεις, αναπτύσσει ένα λεξιλόγιο που του επιτρέπει να κατανοεί το περιβάλλον του. Έχει σαφώς διαφοροποιήσει τον εαυτό του από το γύρω κόσμο και έχει έντονη την περιέργεια να γνωρίσει αυτό τον κόσμο. Αρχίζει να χρησιμοποιεί τη λέξη «εγώ» αντί του ονόματός του ή του τρίτου προσώπου.

Όλες οι κινήσεις και οι ερωτήσεις του παιδιού αποσκοπούν στο να γνωρίσει και να οργανώσει τον κόσμο γύρω του. Οι γονείς θα παίξουν σημαντικό ρόλο βοηθώντας το παιδί να βάλει σε τάξη αυτόν τον κόσμο. Θα βοηθήσουν με δύο τρόπους: (α) να γνωρίσει το περιβάλλον του, αφού η γνώση αυτή του δίνει ασφάλεια, (β) να εμπιστεύεται την περιέργειά του και στους άλλους. Η εμπιστοσύνη αναπτύσσεται όταν οι άλλοι ανταποκρίνονται σε αυτές τις ανάγκες του παιδιού.

Σε αυτό το στάδιο το παιδί αρχίζει να αντιδρά στους περιορισμούς που του θέτει το περιβάλλον του. Από τον τρόπο με τον οποίο επιβάλλονται οι κανόνες σε σχέση με νέες κατακτήσεις, το παιδί δοκιμάζει πόσο έλεγχο μπορεί να ασκήσει στους άλλους και στον εαυτό του. Όταν οι απαιτήσεις και οι απαγορεύσεις είναι πολύ αυστηρές ή υπερβολικά υψηλές για τις ικανότητες του παιδιού, είναι φυσικό να μην μπορεί να ανταποκριθεί. Υπό αυτές τις συνθήκες αποτυγχάνει και «εισπράττει» το συναίσθημα ότι δεν μπορεί να ελέγξει τη συμπεριφορά του, αλλά ούτε και την επιβολή των κανόνων. Αισθάνεται λοιπόν αμφιβολία για τις ικανότητές του και ντροπή για τα λάθη του.

Τα παιδιά τα οποία έχουν την ευκαιρία να επιδοθούν σε διάφορες δραστηριότητες, και από την εκτέλεσή τους να αισθανθούν ότι έχουν την ικανότητα να χειρίζονται πράγματα και πρόσωπα, αναπτύσσουν το αίσθημα της αυτονομίας. Αντίθετα, τα παιδιά τα οποία υπερπροστατεύονται ή δεν έχουν τις κατάλληλες ευκαιρίες για άσκηση καταλήγουν να διαμορφώσουν το συναίσθημα της αμφιβολίας για την ικανότητά τους να χειρίζονται τον κόσμο και τον εαυτό τους. Επιπλέον, η κριτική στάση των γονέων στα λάθη του παιδιού και η στενή παρακολούθησή του και αγωνία για τυχόν αποτυχίες του κλονίζουν την εμπιστοσύνη στον εαυτό του.



Ρόλος των γονέων στο δεύτερο στάδιο

Ο ρόλος των γονέων το διάστημα αυτό διαφοροποιείται. Η άμεση ικανοποίηση των αναγκών του προηγούμενου σταδίου δίνει τη θέση της στην επιβολή κανόνων. Ο έλεγχος θα αποτελέσει τη βάση για την προσαρμογή η οποία απαιτείται προκειμένου να υπάρξει μια ικανοποιητική κοινωνική ζωή αργότερα. Το παιδί σταδιακά θα εσωτερικεύσει ως δικές του αξίες τους κανόνες που επιβάλλουν οι γονείς, μια διεργασία που θα του επιτρέψει να διαμορφώσει την προσωπική του ηθική συνείδηση.

Στο στάδιο αυτό είναι σημαντικό επομένως να μάθει το παιδί να πειθαρχεί. Και ασφαλώς θα πειθαρχήσει και θα αποδεχτεί τους κανόνες των γονέων όταν έχει μια καλή σχέση μαζί τους.

Ο συνδυασμός απαγορεύσεων και κανόνων με την ταυτόχρονη προσφορά παροχών και ανακούφισης είναι ο καλύτερος τρόπος για την άσκηση ελέγχου και την αποδοχή από το παιδί των κανόνων που θέτουν οι γονείς. Αντίθετα, η υπερπροστασία, η αυστηρή κριτική για τα λάθη του παιδιού, η αδιαφορία για τις ερωτήσεις και τις απορίες του, και γενικά μια στάση απόρριψης, περιφρόνησης ή αδιαφορίας για τις δραστηριότητές του, ωθούν το παιδί να αναπτύξει ένα συναίσθημα αμφιβολίας και ντροπής για τον εαυτό του.

Ο ρόλος του πατέρα κατά το διάστημα αυτό είναι πολύ σημαντικός δεδομένου ότι αποσπά σταδιακά τη μητέρα από τη δυαδική σχέση, εφόσον το παιδί την έχει όλο και λιγότερη ανάγκη καθώς μεγαλώνει. Επαναφέροντας τη μητέρα στη δική τους σχέση, ο πατέρας την αποσπά συγχρόνως από το παιδί και έτσι συντελεί στη σταδιακή ανεξαρτητοποίησή του και το βοηθά να αποφύγει την υπερπροστατευτικότητα της μητέρας.

Είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι όταν οι κανόνες που θέτει ο ένας γονέας αναιρούνται από τον άλλο ή και από τον ίδιο σε άλλη στιγμή, το παιδί αισθάνεται σύγχυση ως προς τη συμπεριφορά που πρέπει να ακολουθήσει. Αυτή η σύγχυση συνήθως καταλήγει σε θυμό και επιθετικότητα.



Τρίτο στάδιο: πρωτοβουλία ή ενοχή (3-5 ετών)

Λόγω της βιολογικής ωρίμανσης στην ηλικία αυτή, το παιδί είναι περισσότερο δραστήριο. Η ενέργεια που έχει το ωθεί να δοκιμάζει συνεχώς νέες δραστηριότητες. Η πρωτοβουλία προστίθεται στην αυτονομία, όπως φαίνεται από το σχεδιασμό που κάνει το παιδί και την επιθετική του παρόρμηση. Σε κανένα άλλο στάδιο το παιδί δεν είναι τόσο αχόρταγο, τόσο ικανό να μαθαίνει γρήγορα και να γίνεται «μεγαλύτερο» με την έννοια να μοιράζεται ευθύνες και να έχει επιδόσεις. Καθώς το παιδί από τα τρία του χρόνια δοκιμάζει τις κοινωνικές και σωματικές του δεξιότητες σε σχέση με πρόσωπα και πράγματα, οι εμπειρίες της επιτυχίας και της αποτυχίας που θα αποκομίσει από την ενασχόληση αυτή θα καθορίσουν το αν θα διαμορφώσει το συναίσθημα της πρωτοβουλίας ή αυτό της ενοχής.

Αν στην ενασχόλησή του με τα πρόσωπα και πράγματα αισθάνεται ότι τα καταφέρνει, τότε αναπτύσσει το συναίσθημα της πρωτοβουλίας. Στην αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή οι δραστηριότητές του προκαλούν απογοήτευση, αντί για πρωτοβουλία, διαμορφώνεται ενοχή. Απογοήτευση και ενοχή προκύπτουν όταν οι πράξεις του παιδιού επιφέρουν αυστηρή κριτική, αποδοκιμασία ή τιμωρία από μέρους των γονέων. Επίσης, όταν στις πρώτες του δραστηριότητες σε σχέση με πρόσωπα και πράγματα, δεν δίνεται προσοχή και ενθάρρυνση. Ιδιαίτερα σημαντική στο στάδιο αυτό είναι η ενασχόληση του γονέα του ίδιου φύλου με τις δραστηριότητες του παιδιού λόγω της λειτουργίας της ταύτισης.



Ρόλος των γονέων στο τρίτο στάδιο

Είναι σημαντικό οι γονείς, αρχικά, να αντιμετωπίσουν την αναδυόμενη σεξουαλικότητα του παιδιού με θετικό τρόπο. Παράλληλα, όμως, χρειάζεται να δοθεί στο παιδί το μήνυμα ότι υπάρχει απαγόρευση για σεξουαλική σχέση με το γονέα, σε συμβολικό βέβαια επίπεδο. Το μήνυμα αυτό θα περάσει αν οι γονείς έχουν αποδεχθεί τη δική τους σεξουαλικότητα και έχουν εδραιώσει μια ικανοποιητική σχέση μεταξύ τους. Το παιδί θα πρέπει να κατανοήσει ότι οι γονείς όχι μόνο έχουν περισσότερα προνόμια και περισσότερη δύναμη, αλλά και μια ιδιαίτερη σχέση μεταξύ τους, από την οποία το ίδιο αποκλείεται. Με αυτό τον τρόπο το ενδιαφέρον και η έλξη για το γονέα θα κατευθυνθούν έξω από την οικογένεια, προς την ομάδα των συνομηλίκων, στην οποία το παιδί της ηλικίας αυτής αρχίζει να στρέφεται όλο και περισσότερο. Σύζυγοι με προβλήματα στη σχέση τους δημιουργούν συνήθως μια σχέση εξάρτησης με το παιδί και το εμποδίζουν να αποκολληθεί από τους ίδιους και να περάσει σε πιο ώριμα στάδια ανάπτυξης.

Η αποδοχή και η στενή διαπροσωπική σχέση γονέων – παιδιού αποτελούν σημαντικά στοιχεία και σε αυτό το στάδιο, προκειμένου να διευκολυνθεί η διαδικασία της ταύτισης. Μια στενή σχέση αποδοχής και αγάπης με τους γονείς βοηθά το παιδί να οικειοποιηθεί τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας των γονέων του και, ιδιαίτερα, τα χαρακτηριστικά του γονέα του ίδιου φύλου.

Επίσης σημαντική είναι η ύπαρξη σταθερών αρχών και κανόνων από την πλευρά των γονέων. Επειδή το παιδί εσωτερικεύει τους κανόνες μέσω της ταύτισης και της μίμησης, έχει μεγάλη σημασία η τήρηση των αρχών και των κανόνων από τους ίδιους τους γονείς.



Τέταρτο στάδιο: Εργατικότητα ή ανεπάρκεια (5 – 10 ετών)

Η κοινωνία ζητά από το παιδί της ηλικίας αυτής να σταθεί στα πόδια του. Είναι η χρονική περίοδος κατά την οποία το παιδί μπαίνει στο σχολείο και αρχίζει να μαθαίνει συστηματικά. Πρωταρχικός στόχος στο στάδιο αυτό είναι η άσκηση σε δεξιότητες και η ενασχόληση με τα πράγματα. Η αποτυχία στο στάδιο της σχολικής ηλικίας έχει ως αποτέλεσμα το παιδί να αναπτύξει συναισθήματα ανεπάρκειας, απομόνωσης και κατωτερότητας.

- Η ένταξη στην ομάδα των συνομηλίκων

Η ένταξη του παιδιού στην ομάδα των συνομηλίκων θεωρείται βασική κατάκτηση στο στάδιο της σχολικής ηλικίας. Η ομάδα αυτή αποτελεί τη γέφυρα που θα οδηγήσει το παιδί από το χώρο της οικογένειας στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο. Η απομάκρυνσή του από το σπίτι, που συνδέεται με την είσοδό του στο σχολείο, δημιουργεί στο παιδί άγχος. Η ένταξή του στην ομάδα θα αναπληρώσει ένα μέρος της ανασφάλειας που του προκαλεί η απομάκρυνση από την οικογένεια.

Έτσι, δεν αισθάνεται μόνο του όταν καλείται να αντιμετωπίσει τον εργασιακό χώρο και τις ευθύνες που συνεπάγεται η απομάκρυνση από το σπίτι. Οι ομάδες ένταξης στη σχολική ηλικία είναι ομόφυλες. Το αγόρι διαμορφώνει την αντρική ταυτότητα την οποία ενισχύει στην ομάδα των αγοριών και το κορίτσι τη γυναικεία ταυτότητα, στην οποία ενισχύει αντίστοιχα στην ομάδα των κοριτσιών. Οι αποκλίσεις που παρουσιάζονται στην ένταξη του παιδιού σε ομόφυλες ομάδες κατά το στάδιο αυτό συνδέονται συχνά με διαταραχές του ρόλου του φύλου και της σεξουαλικής ταυτότητας που θα εμφανιστούν αργότερα.



Ρόλος των γονέων στο τέταρτο στάδιο

Ο κύριος ρόλος των γονέων στο στάδιο αυτό είναι να αφήσουν το παιδί να μεγαλώσει. Οι γονείς που έχουν καλή σχέση μεταξύ τους, νιώθουν ικανοποίηση ο ένας από τον άλλο γι’ αυτό δεν χρειάζονται να προσκολλώνται στο παιδί για να αναπληρώσουν τα συναισθηματικά τους κενά. Επίσης έχουν προσωπικές δραστηριότητες και ενδιαφέροντα με τα οποία θα απασχοληθούν στον ελεύθερο χρόνο τους που θα έχουν μετά την απομάκρυνση του παιδιού. Από έρευνες έχει φανεί ότι οι γυναίκες οι οποίες δεν έχουν άλλους ρόλους εκτός από την ανατροφή των παιδιών και την οικιακή εργασία εκδηλώνουν περισσότερα ψυχολογικά προβλήματα. Το φαινόμενο της «σχολειοφοβίας» είναι ένα παράδειγμα αντίδρασης του παιδιού σε γονείς που δεν του «επιτρέπουν» να φύγει από το σπίτι και να μεγαλώσει.



Πέμπτο στάδιο: Εφηβεία. Ταυτότητα ή σύγχυση ρόλων

(11 – 18 ετών περίπου).

Οι ταχύτατες αλλαγές στο βιοσωματικό, το νοητικό και τον ψυχολογικό εαυτό που συμβαίνουν στην εφηβεία δημιουργούν την ανάγκη για ανασυγκρότηση του εφήβου και για διαμόρφωση μιας σταθερής εικόνας για τον εαυτό και ως προς τη μορφή και ως τα ψυχοκοινωνικά και συναισθηματικά χαρακτηριστικά.

Ο έφηβος έχει πλέον την ικανότητα να σκέφτεται με υποθέσεις και πιθανότητες, βλέπει την πραγματικότητα ως μια από τις πολλές άλλες δυνατές καταστάσεις. Είναι σε θέση να οραματίζεται διάφορα και διαφορετικά από τα υπάρχοντα συστήματα. Η κατάκτηση αυτή ωθεί το υπάκουο παιδί της σχολικής ηλικίας να κρίνει τις απόψεις των γονέων του και να εναντιώνεται στις απαιτήσεις τους προβάλλοντας τα δικά του επιχειρήματα. Αυτό τον ωθεί στην εξέταση του μέχρι τώρα τρόπου ζωής που ακολουθούσε και σε νέες επιλογές. Διαμορφώνει την ταυτότητά του ως προς τις βασικές αξίες και αρχές συμπεριφοράς που θα ακολουθήσει στη ζωή του. Παράλληλα, καλείται να επιλέξει σπουδές και επάγγελμα ενώ αναζητάει την σεξουαλική του ταυτότητα.

Βασικό ρόλο στη διαμόρφωση της ταυτότητας του εφήβου παίζει η επιτυχία ή αποτυχία του στην αντιμετώπιση των αναπτυξιακών κρίσεων των προηγούμενων σταδίων. Έφηβοι οι οποίοι πέρασαν ομαλά τα προηγούμενα στάδια ανάπτυξης έχουν περισσότερες πιθανότητες να αποκτήσουν ταυτότητα στο στάδιο αυτό.

Βασικά στοιχεία τα οποία χαρακτηρίζουν την ταυτότητα είναι το επίπεδο εμπιστοσύνης στον εαυτό, η δέσμευση για κάποιο επάγγελμα, η στάση απέναντι στη θρησκεία και την πολιτική, η άποψη για τον εαυτό ως ενός συγκεκριμένου τύπου προσωπικότητας, η στάση για την εξωτερική εμφάνιση και το ρόλο του φύλου.



Ρόλος των γονέων στο πέμπτο στάδιο

Στο στάδιο της εφηβείας το παιδί έχει ανάγκη, ίσως περισσότερο από κάθε άλλο στάδιο, από ένα σταθερό πλαίσιο και από όρια. Χρειάζεται τις σταθερές αρχές, τις αξίες και τους κανόνες που έχουν οι γονείς. Για να μπορέσει ο έφηβος να αποκτήσει αυτονομία, είναι σημαντικό να συγκρουστεί με δυνατούς γονείς. Ένας δυνατός πατέρας και μια δυνατή μητέρα δεν κινδυνεύουν να καταρρεύσουν αν τους ανταγωνιστεί.