Η ικανότητα των ανθρώπων να συναισθάνονται και να καταλαβαίνουν την ψυχική κατάσταση των άλλων, κορυφώνεται μετά την ηλικία των 60, σύμφωνα με μια δύο νέες αμερικανικές επιστημονικές έρευνες, που διαπίστωσαν ότι οι μεγαλύτερες γενιές έχουν μεγαλύτερη «συναισθηματική νοημοσύνη» σε σχέση με τις νεότερες.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή ψυχολογίας Ρόμπερτ Λέβενσον του πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας-Μπέρκλεϊ, που δημοσίευσαν τη σχετική μελέτη στο περιοδικό «Psychology and Aging», σύμφωνα με τη βρετανική «Τέλεγκραφ», συμπέραναν ότι οι ηλικιωμένοι είναι καλύτεροι στο να βλέπουν τη θετική πλευρά των πραγμάτων, ακόμα και των αρνητικών καταστάσεων, ενώ όσο γερνάνε και πλησιάζει το τέλος της ζωής τους, αναπτύσσουν μεγαλύτερη ικανότητα να νοιάζονται για τους γύρω τους.
«Όλο και περισσότερο, φαίνεται πως το νόημα στην ύστερη φάση της ζωής επικεντρώνεται στις κοινωνικές σχέσεις και στη φροντίδα προς και από τους άλλους», δήλωσε ο Λέβενσον. «Η εξέλιξη φαίνεται πως έχει προσαρμόσει τα νευρικά μας συστήματα, καθώς γερνάμε, με τρόπους που είναι οι πιο κατάλληλοι για αυτές τις διαπροσωπικές και συμπονετικές δραστηριότητες», πρόσθεσε.
Οι επιστήμονες μελέτησαν με ποιο τρόπο διάφορες ομάδες ενηλίκων σε διαφορετικές ηλικίες (μετά τα 20, τα 40 και τα 60 τους) αντιδρούσαν σε μια σειρά από αποσπάσματα κινηματογραφικών ταινιών (λυπητερά, αηδιαστικά, ουδέτερα κ.α.). Αποδείχτηκε ότι ήταν ευκολότερο στους ηλικιωμένους να βλέπουν με θετικό μάτι τις αρνητικές σκηνές, αξιοποιώντας έτσι τις εμπειρίες και τα «μαθήματα» που είχαν αποκομίσει από την προηγούμενη ζωή τους.
Αντίθετα, οι νεότεροι (άνω των 20 και άνω των 40 ετών) ήσαν ικανότεροι να νιώθουν λιγότερη ενσυναίσθηση και να αποσπούν την προσοχή τους (να «αποσυντονίζονται") σε σχέση με όσα αρνητικά έβλεπαν. Αυτή η ψυχική «απόσπαση» και αποστασιοποίηση βασίζεται σε εγκεφαλικές λειτουργίες (μνήμη, σχεδιασμός, έλεγχος ορμών), που εξασθενούν με το πέρασμα του χρόνου.
Σε μια παρόμοια μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό γνωσιακής νευροεπιστήμης «Social Cognitive and Affective Neuroscience», ερευνητές από το ίδιο αμερικανικό πανεπιστήμιο, υπό τον δρα Μπένζαμιν Σάιντερ, χρησιμοποίησαν παρεμφερείς μεθόδους για να μελετήσουν την ευαισθησία στη λύπη ανθρώπων διαφορετικών ηλικιών. Συνολικά 222 υγιείς εθελοντές, χωρισμένοι επίσης σε τρεις ηλικιακές ομάδες (άνω των 20, 40 και 60 ετών), κλήθηκαν να παρακολουθήσουν συναισθηματικά φορτισμένα αποσπάσματα κινηματογραφικών ταινιών, ενώ ηλεκτρόδια συνδεμένα στον εγκέφαλό τους κατέγραφαν τις αντιδράσεις τους.
Οι γηραιότεροι έδειξαν να αισθάνονται γενικά μεγαλύτερη λύπη σε σχέση με τους νεότερους. Όπως δήλωσε ο Σάιντερ, όσο περνάνε τα χρόνια, οι άνθρωποι βλέπουν τα πράγματα με άλλα μάτια και εστιάζουν περισσότερο στις στενές διαπροσωπικές σχέσεις. Γίνονται, έτσι, πιο ευαισθητοποιημένοι στη λύπη και μπορούν να συναισθανθούν και να μοιραστούν καλύτερα τα προβλήματα των άλλων.
Όπως τόνισε ο Λέβενσον, αντίθετα με τη διαδεδομένη αντίληψη, η αυξημένη ευαισθητοποίηση των ηλικιωμένων δεν αυξάνει τον κίνδυνο για κατάθλιψη, αλλά μάλλον αποτελεί σημάδι μεγαλύτερης ψυχικής υγείας, καθώς οι άνθρωποι, που έχουν νιώσει διάφορες απώλειες στην προσωπική ζωή τους, είναι πιο ικανοί στη συνέχεια να συναισθανθούν τους άλλους και να τους προσφέρουν ανακούφιση.
www.kathimerini.gr με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ
Ιστο - τρόπος αναζητήσεων, καταθέσεων και δημιουργίας, με άξονες τον Εαυτό και την Ψυχοθεραπεία.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τρίτη ηλικία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τρίτη ηλικία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2011
Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2009
Μέση ηλικία. Περίοδος κρίσης ή μετάβασης;
Μέση ηλικία. Περίοδος κρίσης ή μετάβασης;
Η μέση ηλικία θεωρείται ότι αρχίζει στην ηλικία των 40 ετών και εκτείνεται έως τα 60-65 έτη περίπου. Όπως το πέρασμα από την παιδικότητα στην ενηλικίωση αποτελεί το υπόστρωμα για την κρίση της εφηβείας, έτσι και το πέρασμα από τη νεότητα στη μέση ηλικία αποτελεί το υπόστρωμα για την κρίση της μέσης ηλικίας. Το άτομο καλείται να αντιμετωπίσει ποικίλες μεταβολές σε πολλά επίπεδα. Η κρίση της μέσης ηλικίας συμβαίνει συνήθως, α) είτε όταν ένα πρόσωπο τυχαίνει να επαναπροσδιορίσει την προσωπική του ταυτότητα και τους στόχους της ζωής του β) είτε όταν προκύπτει η ανεξαρτητοποίηση των παιδιών.
Σωματικές και συναισθηματικές αλλαγές
Οι πιο εμφανείς αλλαγές που σχετίζονται με τη μέση ηλικία είναι οι σωματικές. Για τις γυναίκες, μια αξιοσημείωτη μεταβολή είναι η εμμηνόπαυση. Στο συναισθηματικό τομέα, ορισμένες γυναίκες μπορεί να νιώθουν εξαιτίας της εμμηνόπαυσης κατάθλιψη και ότι είναι πλέον λιγότερο θηλυκές σε σχέση με το παρελθόν. Για κάποιες που επέλεξαν να μην κάνουν παιδιά μπορεί να δημιουργηθεί μια αίσθηση απώλειας ή μεταμέλειας. Παράλληλα, πολλές γυναίκες αναφέρουν ότι νιώθουν περισσότερη ελευθερία και ότι ελέγχουν τη ζωή τους, καθώς και μια αίσθηση ανακούφισης. Ωστόσο, ιδιαίτερο ρόλο στο πώς αντιλαμβάνονται τις σωματικές αλλαγές κατέχει το πολιτισμικό πλαίσιο και πώς το κοινωνικό σύνολο αντιλαμβάνεται την είσοδο στη γήρανση. Οι μεταβολές στους άνδρες σχετίζονται κυρίως με τη σεξουαλικότητα και τη σεξουαλική επιθυμία και δραστηριότητα, που μπορεί να έχει ως συνέπεια την μείωση της αυτοπεποίθησης, ευερεθιστότητα, κόπωση ή κατάθλιψη. Ωστόσο, αυτό δεν αφορά την πλειονότητα και είναι σημαντικό να λάβουμε υπόψη ότι κάθε άνθρωπος μεγαλώνει και αναπτύσσεται με διαφορετικό ρυθμό και ο καθένας μπορεί να διευκολύνει και να περιορίσει τις δυσάρεστες πλευρές των αλλαγών που συντελούνται σε σωματικό επίπεδο, αλλά και τον τρόπο που τις βιώνει.
Η αυτονόμηση των παιδιών – Συζυγικές σχέσεις
Συχνά, κατά τη διάρκεια της μέσης ηλικίας σημαντικές αλλαγές υφίστανται οι ενδο-οικογενειακές σχέσεις. Οι μεσήλικες καλούνται να επαναπροσδιορίσουν τις σχέσεις τους με τα ενήλικα πια παιδιά τους, να αποδεχτούν την αναπόφευκτη αυτονόμηση και την ανεξάρτητη ζωή των παιδιών και να μάθουν να διατηρούν με αυτά σχέσεις που στηρίζονται πλέον περισσότερο στην αμοιβαιότητα και λιγότερο στην εξάρτηση. Για ορισμένες οικογένειες η αναχώρηση των παιδιών από το σπίτι είναι σχετικά εύκολη υπόθεση και χαρακτηρίζεται από παροχή στήριξης προς τα παιδιά και περισσότερο σεβασμό και εμπιστοσύνη στην κρίση και στις επιλογές των παιδιών. Αναμφισβήτητα, το να φύγουν τα παιδιά από το σπίτι και να αυτονομηθούν είναι σημαντική αλλαγή για τους μεσήλικες γονείς. Συχνά, το φαινόμενο αυτό αναφέρεται ως «άδεια φωλιά». Το ότι δεν είναι πια γονείς με την έννοια που ήταν στο παρελθόν πιθανότατα τους δημιουργεί την αίσθηση κενού. Η ενηλικίωση των παιδιών και η αποχώρησή τους από την οικογενειακή εστία δημιουργεί ιδιαίτερα δυναμικά στην περίπτωση που «τα παιδιά είχαν χρησιμοποιηθεί, για να ικανοποιηθούν ανάγκες που δεν εύρισκαν ικανοποίηση στη συζυγική σχέση», οπότε η απομάκρυνση των παιδιών τώρα επιδεινώνει τη σχέση. Εάν η έξοδος του νέου λειτουργεί απειλητικά για την ισορροπία της συζυγικής σχέσης, τότε οι αντιστάσεις στην ανεξαρτητοποίησή του είναι σθεναρές. Συχνά, οι μητέρες αναφέρουν δυσαρέσκεια εξαιτίας της αυτονόμησης των παιδιών, ωστόσο έρευνες δείχνουν ότι αυτή η δυσαρέσκεια σχετίζεται περισσότερο με το γάμο, τη σχέση με το σύζυγο και τις συνθήκες εργασίας, παρά με το ότι έχουν φύγει τα παιδιά από το σπίτι. Τελικά, η αυτονόμηση των παιδιών για πολλούς γονείς μπορεί να είναι ιδιαίτερα θετική αλλαγή, καθώς συνοδεύεται από μεγαλύτερη αποδέσμευση, αίσθηση ελευθερίας και πιθανότατα επιπλέον εισόδημα. Πολλές φορές το διάστημα αυτό και η αποδέσμευση από το ρόλο και τις ευθύνες του γονέα δίνει στους μεσήλικες την ευκαιρία να έχουν περισσότερο χρόνο για τον εαυτό τους και ευκαιρίες να ασχοληθούν με καινούργια πράγματα ή να ανακαλύψουν νέα ενδιαφέροντα. Μάλιστα, τα ζευγάρια που αποδέχονται την απουσία των παιδιών, επενδύουν περισσότερο στη μεταξύ τους σχέση και την ενδυναμώνουν.
Σχέσεις με τους ηλικιωμένους γονείς – Αποχωρισμοί.
Οι μεσήλικες συχνά λέγεται ότι βρίσκονται μεταξύ δυο γενεών: τα ενήλικα παιδιά τους, αλλά και τους ηλικιωμένους τους γονείς. Η είσοδος στην μέση ηλικία φέρνει στο προσκήνιο το επώδυνο θέμα των αποχωρισμών. Όπως οι έφηβοι έχουν να αντιμετωπίσουν τις ψυχολογικές συνέπειες της ανεξαρτητοποίησης από τους γονείς και την είσοδό τους στο κόσμο των ενηλίκων, έτσι και οι γονείς της μέσης ηλικίας έχουν να αντιμετωπίσουν τον αποχωρισμό από τα παιδιά τους αλλά και τον τελικό αποχωρισμό από τους δικούς τους γονείς. Κατά την περίοδο αυτή, η κατεύθυνση της βοήθειας φαίνεται να μεταβάλλεται. Ενώ κατά τη νεότητα, τα παιδιά λάμβαναν τη βοήθεια των γονιών, τώρα τα μεσήλικα παιδιά είναι αυτά που τείνουν να έχουν το ρόλο του ατόμου που φροντίζει. Το πώς θα συμπεριφερθούν οι μεσήλικες στους ηλικιωμένους γονείς τους συχνότερα εξαρτάται από τις εμπειρίες ζωής τους, αλλά και τη φάση του κύκλου ζωής της οικογένειας και τις υποχρεώσεις τους απέναντι στην οικογένεια και το επάγγελμα. Συχνά, οι γυναίκες μέσης ηλικίας, που αναλαμβάνουν σε μεγαλύτερο βαθμό την ευθύνη για τη φροντίδα των ηλικιωμένων γονέων, μπορεί να αισθάνονται εγκλωβισμένες. Η φροντίδα παρέχει ανταμοιβές αλλά μπορεί να δημιουργήσει πίεση και άγχος. Κάποιες φορές, μπορεί να αναζωπυρωθούν παλιές συγκρούσεις και θέματα εξάρτησης και ανεξαρτησίας. Οι συγκρούσεις, η μείωση ελεύθερου χρόνου και ελευθερίας και οι τρέχουσες δραστηριότητες της οικογένειας μπορεί να ασκήσουν επιπρόσθετη πίεση στα άτομα μέσης ηλικίας. Ωστόσο, οι περισσότεροι καταφέρνουν τελικά να ανταποκριθούν με επιτυχία σε αυτές τις απαιτήσεις και υποχρεώσεις.
Η μέση ηλικία είναι περίοδος κρίσης ή μετάβασης;
Το πότε αρχίζει και πότε τελειώνει η μέση ηλικία δεν είναι σαφές. Η περίοδος αυτή αποτελεί μια κατασκευή του εικοστού αιώνα και αυτό που φαίνεται να ισχύει είναι ότι οι εμπειρίες ζωής του ατόμου είναι αυτές που καθορίζουν σε μεγαλύτερο βαθμό τη διάρκεια και τα όριά της. Άλλωστε, όπως και κάθε άλλη περίοδος ανάπτυξης του ανθρώπου, η μέση ηλικία επηρεάζεται περισσότερο από τις οικονομικές συνθήκες, την κοινωνική τάξη, το πολιτισμικό πλαίσιο και τις ιστορικές συγκυρίες. Για ορισμένους μπορεί να δημιουργεί αναστάτωση και δυσαρέσκεια και να αποτελεί περίοδο κρίσης. Για άλλους μπορεί να είναι μια περίοδος μετάβασης σε ένα διαφορετικό τρόπο ζωής. Το πώς κάθε άνθρωπος βλέπει και αντιμετωπίζει τη μέση ηλικία σχετίζεται με ποικιλία εξωτερικών παραγόντων, με τη γενικότερη στάση που έχει προς τη ζωή αλλά και την ιδιαίτερη προσωπικότητά του.
Η μέση ηλικία θεωρείται ότι αρχίζει στην ηλικία των 40 ετών και εκτείνεται έως τα 60-65 έτη περίπου. Όπως το πέρασμα από την παιδικότητα στην ενηλικίωση αποτελεί το υπόστρωμα για την κρίση της εφηβείας, έτσι και το πέρασμα από τη νεότητα στη μέση ηλικία αποτελεί το υπόστρωμα για την κρίση της μέσης ηλικίας. Το άτομο καλείται να αντιμετωπίσει ποικίλες μεταβολές σε πολλά επίπεδα. Η κρίση της μέσης ηλικίας συμβαίνει συνήθως, α) είτε όταν ένα πρόσωπο τυχαίνει να επαναπροσδιορίσει την προσωπική του ταυτότητα και τους στόχους της ζωής του β) είτε όταν προκύπτει η ανεξαρτητοποίηση των παιδιών.
Σωματικές και συναισθηματικές αλλαγές
Οι πιο εμφανείς αλλαγές που σχετίζονται με τη μέση ηλικία είναι οι σωματικές. Για τις γυναίκες, μια αξιοσημείωτη μεταβολή είναι η εμμηνόπαυση. Στο συναισθηματικό τομέα, ορισμένες γυναίκες μπορεί να νιώθουν εξαιτίας της εμμηνόπαυσης κατάθλιψη και ότι είναι πλέον λιγότερο θηλυκές σε σχέση με το παρελθόν. Για κάποιες που επέλεξαν να μην κάνουν παιδιά μπορεί να δημιουργηθεί μια αίσθηση απώλειας ή μεταμέλειας. Παράλληλα, πολλές γυναίκες αναφέρουν ότι νιώθουν περισσότερη ελευθερία και ότι ελέγχουν τη ζωή τους, καθώς και μια αίσθηση ανακούφισης. Ωστόσο, ιδιαίτερο ρόλο στο πώς αντιλαμβάνονται τις σωματικές αλλαγές κατέχει το πολιτισμικό πλαίσιο και πώς το κοινωνικό σύνολο αντιλαμβάνεται την είσοδο στη γήρανση. Οι μεταβολές στους άνδρες σχετίζονται κυρίως με τη σεξουαλικότητα και τη σεξουαλική επιθυμία και δραστηριότητα, που μπορεί να έχει ως συνέπεια την μείωση της αυτοπεποίθησης, ευερεθιστότητα, κόπωση ή κατάθλιψη. Ωστόσο, αυτό δεν αφορά την πλειονότητα και είναι σημαντικό να λάβουμε υπόψη ότι κάθε άνθρωπος μεγαλώνει και αναπτύσσεται με διαφορετικό ρυθμό και ο καθένας μπορεί να διευκολύνει και να περιορίσει τις δυσάρεστες πλευρές των αλλαγών που συντελούνται σε σωματικό επίπεδο, αλλά και τον τρόπο που τις βιώνει.
Η αυτονόμηση των παιδιών – Συζυγικές σχέσεις
Συχνά, κατά τη διάρκεια της μέσης ηλικίας σημαντικές αλλαγές υφίστανται οι ενδο-οικογενειακές σχέσεις. Οι μεσήλικες καλούνται να επαναπροσδιορίσουν τις σχέσεις τους με τα ενήλικα πια παιδιά τους, να αποδεχτούν την αναπόφευκτη αυτονόμηση και την ανεξάρτητη ζωή των παιδιών και να μάθουν να διατηρούν με αυτά σχέσεις που στηρίζονται πλέον περισσότερο στην αμοιβαιότητα και λιγότερο στην εξάρτηση. Για ορισμένες οικογένειες η αναχώρηση των παιδιών από το σπίτι είναι σχετικά εύκολη υπόθεση και χαρακτηρίζεται από παροχή στήριξης προς τα παιδιά και περισσότερο σεβασμό και εμπιστοσύνη στην κρίση και στις επιλογές των παιδιών. Αναμφισβήτητα, το να φύγουν τα παιδιά από το σπίτι και να αυτονομηθούν είναι σημαντική αλλαγή για τους μεσήλικες γονείς. Συχνά, το φαινόμενο αυτό αναφέρεται ως «άδεια φωλιά». Το ότι δεν είναι πια γονείς με την έννοια που ήταν στο παρελθόν πιθανότατα τους δημιουργεί την αίσθηση κενού. Η ενηλικίωση των παιδιών και η αποχώρησή τους από την οικογενειακή εστία δημιουργεί ιδιαίτερα δυναμικά στην περίπτωση που «τα παιδιά είχαν χρησιμοποιηθεί, για να ικανοποιηθούν ανάγκες που δεν εύρισκαν ικανοποίηση στη συζυγική σχέση», οπότε η απομάκρυνση των παιδιών τώρα επιδεινώνει τη σχέση. Εάν η έξοδος του νέου λειτουργεί απειλητικά για την ισορροπία της συζυγικής σχέσης, τότε οι αντιστάσεις στην ανεξαρτητοποίησή του είναι σθεναρές. Συχνά, οι μητέρες αναφέρουν δυσαρέσκεια εξαιτίας της αυτονόμησης των παιδιών, ωστόσο έρευνες δείχνουν ότι αυτή η δυσαρέσκεια σχετίζεται περισσότερο με το γάμο, τη σχέση με το σύζυγο και τις συνθήκες εργασίας, παρά με το ότι έχουν φύγει τα παιδιά από το σπίτι. Τελικά, η αυτονόμηση των παιδιών για πολλούς γονείς μπορεί να είναι ιδιαίτερα θετική αλλαγή, καθώς συνοδεύεται από μεγαλύτερη αποδέσμευση, αίσθηση ελευθερίας και πιθανότατα επιπλέον εισόδημα. Πολλές φορές το διάστημα αυτό και η αποδέσμευση από το ρόλο και τις ευθύνες του γονέα δίνει στους μεσήλικες την ευκαιρία να έχουν περισσότερο χρόνο για τον εαυτό τους και ευκαιρίες να ασχοληθούν με καινούργια πράγματα ή να ανακαλύψουν νέα ενδιαφέροντα. Μάλιστα, τα ζευγάρια που αποδέχονται την απουσία των παιδιών, επενδύουν περισσότερο στη μεταξύ τους σχέση και την ενδυναμώνουν.
Σχέσεις με τους ηλικιωμένους γονείς – Αποχωρισμοί.
Οι μεσήλικες συχνά λέγεται ότι βρίσκονται μεταξύ δυο γενεών: τα ενήλικα παιδιά τους, αλλά και τους ηλικιωμένους τους γονείς. Η είσοδος στην μέση ηλικία φέρνει στο προσκήνιο το επώδυνο θέμα των αποχωρισμών. Όπως οι έφηβοι έχουν να αντιμετωπίσουν τις ψυχολογικές συνέπειες της ανεξαρτητοποίησης από τους γονείς και την είσοδό τους στο κόσμο των ενηλίκων, έτσι και οι γονείς της μέσης ηλικίας έχουν να αντιμετωπίσουν τον αποχωρισμό από τα παιδιά τους αλλά και τον τελικό αποχωρισμό από τους δικούς τους γονείς. Κατά την περίοδο αυτή, η κατεύθυνση της βοήθειας φαίνεται να μεταβάλλεται. Ενώ κατά τη νεότητα, τα παιδιά λάμβαναν τη βοήθεια των γονιών, τώρα τα μεσήλικα παιδιά είναι αυτά που τείνουν να έχουν το ρόλο του ατόμου που φροντίζει. Το πώς θα συμπεριφερθούν οι μεσήλικες στους ηλικιωμένους γονείς τους συχνότερα εξαρτάται από τις εμπειρίες ζωής τους, αλλά και τη φάση του κύκλου ζωής της οικογένειας και τις υποχρεώσεις τους απέναντι στην οικογένεια και το επάγγελμα. Συχνά, οι γυναίκες μέσης ηλικίας, που αναλαμβάνουν σε μεγαλύτερο βαθμό την ευθύνη για τη φροντίδα των ηλικιωμένων γονέων, μπορεί να αισθάνονται εγκλωβισμένες. Η φροντίδα παρέχει ανταμοιβές αλλά μπορεί να δημιουργήσει πίεση και άγχος. Κάποιες φορές, μπορεί να αναζωπυρωθούν παλιές συγκρούσεις και θέματα εξάρτησης και ανεξαρτησίας. Οι συγκρούσεις, η μείωση ελεύθερου χρόνου και ελευθερίας και οι τρέχουσες δραστηριότητες της οικογένειας μπορεί να ασκήσουν επιπρόσθετη πίεση στα άτομα μέσης ηλικίας. Ωστόσο, οι περισσότεροι καταφέρνουν τελικά να ανταποκριθούν με επιτυχία σε αυτές τις απαιτήσεις και υποχρεώσεις.
Η μέση ηλικία είναι περίοδος κρίσης ή μετάβασης;
Το πότε αρχίζει και πότε τελειώνει η μέση ηλικία δεν είναι σαφές. Η περίοδος αυτή αποτελεί μια κατασκευή του εικοστού αιώνα και αυτό που φαίνεται να ισχύει είναι ότι οι εμπειρίες ζωής του ατόμου είναι αυτές που καθορίζουν σε μεγαλύτερο βαθμό τη διάρκεια και τα όριά της. Άλλωστε, όπως και κάθε άλλη περίοδος ανάπτυξης του ανθρώπου, η μέση ηλικία επηρεάζεται περισσότερο από τις οικονομικές συνθήκες, την κοινωνική τάξη, το πολιτισμικό πλαίσιο και τις ιστορικές συγκυρίες. Για ορισμένους μπορεί να δημιουργεί αναστάτωση και δυσαρέσκεια και να αποτελεί περίοδο κρίσης. Για άλλους μπορεί να είναι μια περίοδος μετάβασης σε ένα διαφορετικό τρόπο ζωής. Το πώς κάθε άνθρωπος βλέπει και αντιμετωπίζει τη μέση ηλικία σχετίζεται με ποικιλία εξωτερικών παραγόντων, με τη γενικότερη στάση που έχει προς τη ζωή αλλά και την ιδιαίτερη προσωπικότητά του.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)