Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Αυγούστου 2010

"Χορτάτα" μωρά, χαρούμενοι ενήλικες.

Όταν κάποιος ως μωρό «χορτάσει» το συναίσθημα αγάπης από τη μητέρα του, στην ενήλική ζωή του έχει λιγότερο στρες, μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και πιθανότητα να είναι αρκετά κοινωνικός, σύμφωνα με έρευνα αμερικανών επιστημόνων.


Οι ερευνητές, υπό την Τζοάνα Μασέλκο, σε εργασία που παρουσίασαν, βασίστηκαν σε μια παλαιά έρευνά τους, στη δεκαετία του ΄60, που είχε μελετήσει τη συναισθηματική αλληλεπίδραση άνω των 1.000 ζευγών μητέρων-οκτάμηνων νηπίων.

Οι ίδιοι επιστήμονες αναζήτησαν και βρήκαν μετά από 34 χρόνια περισσότερα από τα μισά παιδιά (περίπου 500), που πια είναι ενήλικες, και αξιολόγησαν ποια ήταν η επίδραση που είχε στη ζωή τους η περισσότερη ή λιγότερη μητρική αγάπη της νηπιακής ηλικίας τους.

Μέχρι τώρα, οι ψυχολόγοι πίστευαν ότι οι στενοί δεσμοί αγάπης μητέρας-νηπίου κάνουν τα παιδιά -και αργότερα τους ενήλικες- πιο ανθεκτικούς στις δυσκολίες της μετέπειτα ζωής, όμως οι έρευνές τους είχαν βασιστεί κυρίως σε αναμνήσεις, καλές ή κακές, και συνεπώς ήσαν πιθανώς προκατειλημμένες σε ένα βαθμό.

Αυτή τη φορά όμως, οι επιστήμονες συνέδεσαν την τότε έρευνά τους με μια νέα σύγχρονη έρευνα, αποκτώντας μια πιο αντικειμενική αξιολόγηση για τη σχέση μητέρας-παιδιού.

Το κεντρικό συμπέρασμα ήταν ότι το υψηλό επίπεδο στοργής και τρυφερότητας που είχαν δείξει οι μητέρες στα οκτάμηνά νήπιά τους, σχετίζεται με λιγότερα συμπτώματα στρες στα ενήλικα πια παιδιά τους, μετά από 30 χρόνια.

Η διαπίστωση αυτή ισχύει ανεξάρτητα από το κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο των μητέρων και των παιδιών, αν είναι δηλαδή πλούσια ή φτωχά. Ακόμα και αν μεσολάβησε ενδο-οικογενειακή σύγκρουση στο μεταξύ, η προστατευτική επίδραση της μητρικής αγάπης στην ψυχική κατάσταση του παιδιού (ενήλικα πια) δεν φαίνεται να εξαφανίστηκε.

Από την άλλη όμως, οι ερευνητές παραδέχτηκαν ότι δεν διαπίστωσαν κάποια σχέση ανάμεσα στο χαμηλό επίπεδο στοργής μιας μητέρας και σε αυξημένο κατοπινό στρες του παιδιού τους. Περιέργως, όσοι στερήθηκαν σε σημαντικό βαθμό την μητρική αγάπη, δεν φαίνεται να τα πηγαίνουν χειρότερα σε σχέση με όσους γνώρισαν την μητρική ζεστασιά σε μέσο βαθμό.

Εξάλλου, σύμφωνα με τους ειδικούς, οι μητέρες πρέπει να ξέρουν πότε να σταματούν την έκφραση των συναισθημάτων τους για να μην το παρακάνουν και γίνουν υπερ-προστατευτικές και παρεμβατικές στη ζωή του παιδιού τους.

Η μελέτη δημοσιεύεται στην επιστημονική επιθεώρηση JournalofEpidemiologyandCommunityHealth

Παρασκευή 18 Ιουνίου 2010

Οι γυναίκες είναι βιολογικά πιο ευάλωτες στο στρες

Οι γυναίκες είναι δύο φορές πιο ευάλωτες στο στρες σε σχέση με τους άνδρες, καθώς έχουν μεγαλύτερη ευαισθησία σε μια ορμονική ουσία που παράγεται σε περίοδο άγχους, σύμφωνα με μια νέα αμερικανική επιστημονική έρευνα, στην οποία συμμετείχαν ελληνικής καταγωγής επιστήμονες.

Οι ερευνητές, υπό τη νευροεπιστήμονα δρα Ρίτα Βαλεντίνο του Νοσοκομείου Παίδων της Φιλαδέλφεια, με τη συμμετοχή των Ειρήνης Παραστατίδη και Χάρη Ισχυρόπουλου από το ίδιο νοσοκομείο, πιστεύουν ότι η μελέτη τους παρέχει μια βιολογική εξήγηση γιατί οι γυναίκες είναι πιθανότερο να υποφέρουν από κατάθλιψη και αγχώδεις διαταραχές σε σχέση με τους άνδρες.

Η μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό μοριακής ψυχιατρικής "Molecular Psychiatry", σύμφωνα με τη βρετανική "Τέλεγκραφ", βασίστηκε σε έρευνες σε πειραματόζωα (αρουραίους), αλλά οι ερευνητές θεωρούν ότι τα πορίσματά τους έχουν ισχύ γενικότερα για τα θηλαστικά, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων, αν και κάτι τέτοιο θα πρέπει να επιβεβαιωθεί, όπως είπαν, με νέες έρευνες αποκλειστικά σε ανθρώπους.

Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι οι θηλυκοί εγκέφαλοι είναι πιο ευαίσθητοι ακόμα και στα πολύ χαμηλά επίπεδα της ορμόνης CRF (παράγων απελευθέρωσης κορτικοτροπίνης), που εκκρίνεται στις στιγμές του άγχους. Προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι οι γυναίκες έχουν υψηλότερα ποσοστά κατάθλιψης, μετα-τραυματικού στρες και άλλων αγχωτικών διαταραχών σε σχέση με τους άνδρες, αλλά κανείς επιστήμων ως τώρα δεν έχει καταφέρει να ερμηνεύσει πειστικά το φαινόμενο.

Η νέα μελέτη υποχρέωσε τα πειραματόζωα να κολυμπήσουν, κάτι που τους αύξησε το στρες και, όπως διαπιστώθηκε, οι νευρώνες στον εγκέφαλο των θηλυκών υπήρξαν πολύ πιο ευαίσθητοι στην αύξηση της ορμόνης CRF. Τα αρσενικά εξάλλου διαπιστώθηκε ότι μπορούσαν να προσαρμοστούν καλύτερα στην αγχωτική κατάσταση που υποβλήθηκαν, με το να είναι λιγότερο ευαίσθητα στην αύξηση της συγκεκριμένης ορμόνης και κατάφερναν έτσι να είναι λιγότερο ευάλωτα στο άγχος που προκαλούν οι αλλαγές στο περιβάλλον.

Σύμφωνα με τη Βαλεντίνο, υπάρχουν και άλλοι μηχανισμοί που παίζουν επίσης ρόλο στις αγχωτικές αντιδράσεις των ανθρώπων, όμως έχει επιβεβαιωθεί ότι η ρύθμιση της ορμόνης CRF εμφανίζει διαταραχή στα άτομα με ψυχιατρικά προβλήματα. Η νευροεπιστήμων δήλωσε ότι οι φαρμακευτικές εταιρίες θα πρέπει να υπόψη τους τη νέα έρευνά και να εξετάσουν την δυνατότητα ανάπτυξης φαρμάκων που αναστέλλουν την παραγωγή CRF, ώστε να βοηθήσουν στην θεραπεία της κατάθλιψης, ιδίως στις γυναίκες.

Link: Για την πρωτότυπη επιστημονική εργασία (με συνδρομή) στη διεύθυνση: http://www.nature.com/mp/journal/vaop/ncurrent/abs/mp201066a.html